Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Το τριανταφυλλάκι που δεν άνθιζε


(Αφιερωμένο στην αγαπημένη μου μελισσούλα με πολύ αγάπη)


Μια φορά κι έναν καιρό, όπως ξεκινούν όλα τα παραμύθια, υπήρχε πάνω στη γη, σε μία γωνιά του Αιγαίου, ένας μικρός πανέμορφος κήπος.
Με τα δέντρα και τα λουλούδια του, με τις αγριάδες και τα αναρριχητικά του. Ήταν ένας κήπος όμορφος, λουσμένος στο φως, όχι υπερβολικά φροντισμένος.
Κάθε φυτό ακολουθούσε τη φύση του. Φύτρωνε, μεγάλωνε, άνθιζε, έδινε καρπούς και μαραινόταν, ακολουθώντας τις επιταγές του χρόνου και τις ακολουθίες των εποχών, τα τερτίπια του ήλιου, του αγέρα και της βροχής. Ακολουθούσε, ακόμα τη μικρή εσωτερική του φωνή, που ήξερε πότε ήταν η καλύτερη εποχή για καθετί που έπρεπε να ζήσει.
Καιρός για άνθιση…..
Καιρός για καρποφορία….
Καιρός για το βαθύ ύπνο του χειμώνα….
Μέσα σ’ αυτόν τον κήπο, λοιπόν, σε μία απάνεμη γωνιά, είχε ριζώσει μια γερή πυκνόφυλλη τριανταφυλλιά.
Με τις ρίζες της βαθιά δεμένες στο χώμα, ρουφούσε με δύναμη και νερό και άπλωνε τα κλωνάρια της πάνω από τη γη.
Όταν άνθιζε ήταν το καμάρι όλου του κήπου.
Κάθε χρονιά, σαν έφτανε η άνοιξη, έπιανε ν’ ανθίζει ολόκληρη. Γέμιζε μικρά άσπρα μπουμπουκάκια που το ένα μετά το άλλο άνοιγαν τα φυλλαράκια τους στο φως, φιλούσαν τον ήλιο και γίνονταν η καλύτερη παρέα για τα ζουζούνια και τις πεταλούδες.
Μια ολόκληρη κοινότητα από μικρά φλύαρα τριανταφυλλάκια με γλυκό άρωμα και κουβεντούλες με τα άστρα και τα πετούμενα.
Κάποια χρονιά συνέβη το εξής παράδοξο. Ενώ όλα τα μπουμπούκια της τριανταφυλλιάς άνοιγαν και άνθιζαν, ένα έμενε σφιχτοκλειδωμένο και κλειστό.


«Κάτσε να το βοηθήσω το ντροπαλό» είπε η τριανταφυλλιά. Ύψωσε το κλωνάρι της με το κλειστό μπουμπουκάκι πάνω από τα άλλα.
«Θα το βοηθήσει ο ήλιος ν’ ανθίσει» σκέφτηκε σηκώνοντάς το λίγο ψηλότερα.
Όμως αυτό εξακολουθούσε να είναι εφτασφράγιστο και κλειστό, όταν τα άλλα άνοιγαν, άνθιζαν και μαραίνονταν ακόμα.
Οι μέρες περνούσαν, η τριανταφυλλιά έβγαζε κι άλλα τριαντάφυλλα, κι άλλα, κι άλλα.
Μόνο αυτό το τριαντάφυλλο στην κορφή της φούσκωνε, φούσκωνε … μα δεν άνοιγε να βγάλει τα πέταλά του στο φως.
«Μπα» έλεγαν και τα γιασεμιά του κήπου, «άλλο και τούτο!»
«Πω πω ντροπαλοσύνη» έλεγε ο γέρο – πεύκος που δεν πολυνιαζόταν από κει ψηλά γι αυτά που συνέβαιναν στον κήπο.
«Μπα», έλεγαν ακόμα και τα ακατάδεκτα γεράνια, «αυτό δεν ξανάγινε…»
Οι πεταλούδες που έρχονταν από μακριά τριγύριζαν ολόγυρα λέγοντας:
«Είμαστε πολύ περίεργες να δούμε πώς θα είναι αυτό το φουσκωτό μπουμπούκι όταν θ’ ανθίσει» .
«Γιατί άραγε αργεί τόσο να ανθίσει αυτό το μπουμπούκι;» ρωτούσε κι η νύκτα κάθε που σκέπαζε τον κήπο. Καμία αλλαγή ως τώρα… κανένα άνοιγμα…
Το κλειστό μπουμπούκι τα άκουγε όλα αυτά μα δεν αποφάσιζε να ανοίξει τα σέπαλά και να κοιτάξει τον έξω κόσμο, όσο και αν το πείραζαν τα αδέλφια του.
«έλα, ακατάδεκτο» του έλεγαν
«Έλα, ζόρικο»
«Έλα φοβητσιάρικο»
«Έλα ντροπαλό» το παρακινούσε η τριανταφυλλιά.
Όσο κι αν έστελνε ο ήλιος πονηρές ηλιαχτίδες να το ζεστάνουν και να ανοίξει, αυτό τίποτα. Σαν να κοιμόταν έναν ύπνο βαθύ και σαν κάτι να περίμενε που δεν ερχόταν. Έτσι κύλησε ο ήλιος στο δρόμο του μέρες πολλές. Έτσι κύλησε η νύχτα και τα σκέπαζε όλα, κατά πως έπρεπε με τη σειρά της. Ήρθε και το φεγγάρι κι έφυγε πολλές φορές στον ουρανό αλλάζοντας πρόσωπα.
Και πέρασε η άνοιξη, κι ήρθε το καλοκαίρι, και έφτασε το φθινόπωρο κι η τριανταφυλλιά δεν είχε πια τριαντάφυλλα να τη στολίζουν. Μονάχα ένα φουσκωτό εφτασφράγιστο μπουμπούκι στην κορυφή της που δεν έλεγε ν’ ανοίξει τα μάτια του, όπως έπρεπε. Με τις πρώτες ψύχρες, όμως, έπιασαν να κιτρινίζουν στις άκρες τους τα σέπαλά του, άρχισαν να χάνουν τη γυαλάδα τους και να μαραγκιάζουν λίγο λίγο.
Η τριανταφυλλιά δεν ήξερε πια τι να πει και τι άλλο να κάνει. Μετά το πήρε απόφαση. Έτσι κι αλλιώς τούτο δω το παιδί της θα πέθαινε χωρίς να ζήσει. Όλα τα’ άλλα είχαν δώσει καρπούς και σπόρους, είχαν εκπληρώσει το σκοπό τους. Είχαν παίξει με τον ήλιο και τις πεταλούδες και τώρα κοιμόνταν ήσυχα κι ευτυχισμένα πριν να έρθει η παγωνιά του χειμώνα.
Άλλη μια μέρα κύλησε και γι άλλη μία φορά πήρε να βραδιάζει. Μα είχε σηκωθεί βοριάς και τα φύλλα στα δέντρα έτρεμαν από το κρύο. Με δυνατές ριπές ο παγωμένος αέρας έκοβε όσα δεν μπορούσαν πια να στηριχτούν στα κλαδιά, τα παρέσερνε στο διάβα του, τα στριφογύριζε και τα παράχωνε στις ρίζες να ξαναγίνουν χώμα.
Λυσσομανούσε άγρια εκείνο το σούρουπο και μία ξαφνική ριπή του αέρα έφερε πάνω στο μπουμπούκι μια χαμένη μελισσούλα. Ζαλισμένη και μπερδεμένη από το ταρακούνημα αυτό, αρπάχτηκε απ το λουλούδι. Σκάλωσε πάνω του και κούρνιασε.
Οι ώρες βάφονταν πορφυρές, ρόδινες και μενεξεδιές. Η νύχτα κοντοζύγωνε. Η μελισσούλα άρχισε να τρέμει…
«Πω πω τι έπαθα» είπε κλαίγοντας.
«Πω πω χάθηκα… κι έρχεται νύχτα… Σνίφ, Σνίφ… πως θα γυρίσω τώρα στην κυψέλη; Πώς θα βρω το δρόμο μου που σκοτείνιασε; Ο αγέρας σβήνει τις μυρωδιές που σημάδευαν το δρόμο του γυρισμού μου … και τι κρύο που κάνει…»
Η απελπισία άπλωσε τα νύχια της στη μικροσκοπική καρδιά του εντόμου. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του. Το δάκρυ έσταξε πάνω στο κλειστό μπουμπούκι και γλίστρησε ανάμεσα στα σέπαλά του. Ήταν ένα παράξενο δάκρυ.
Ξεφόρτωσε δροσοσταλίδες χαράς και πέταγμα πάνω από αυλές και αγρούς. Μύριζε καλοκαίρι και ξεγνοιασιά. Δροσερά πρωινά, καυτά απομεσήμερα και γλυκά απογεύματα. Κουβαλούσε εικόνες από λουλούδια πανέμορφα και ολάνθιστα. Μπουκαμβίλιες, φούξια και ροδιές, ζήνιες με πορτοκαλιά και κίτρινα χρώματα, πανσέδες με κεφαλάκια μοβ και μαύρα στίγματα. Αγιοκλήματα με ντροπαλά μακρόστενα κιτρινόασπρα άνθη σαν τρομπέτες. Με μεθυστικό άρωμα και γλυκό χυμό στο κέντρο τους. Τριαντάφυλλα σε όλα τα χρώματα: ρόδινα, άσπρα, κόκκινα, κίτρινα. Με βελούδινα φύλλα και απαλό χνούδι για να ξεκουράζεται. Κρίνους που έτσι και τους ακουμπούσες πασπαλιζόσουν ολόκληρος με κιτρινόσκονη. Κι ακόμα σχίνα με άνθη σε έντονο λεμονί χρώμα, ευωδιαστά θυμάρια με ανεπαίσθητα λουλούδια, λυγαριές ανθισμένες κει ευλύγιστες, λεβάντες με απαλά μοβ άνθη.
Το καθένα κουβαλούσε τη δική του γεωγραφία, το δικό του ξεχωριστό μοναδικό άρωμα.
Και το μπουμπούκι ξαφνιάστηκε… και το μπουμπούκι τα ΄χάσε… τόσες όμορφες εικόνες πλημμύρισαν την ψυχή του:
Μία κυψέλη βουίζει από ζωή. Μοσχοβολάει μέλι.

Ένα καϊκάκι κόκκινο – μπλε – άσπρο διασχίζει τον κόλπο με το άσπρο του πανί να φουσκώνει. Μια αυλακιά σχισμένου βαθυγάλαζου νερού ξεμένει πίσω του.
Ένα καφενεδάκι στην παραλία με τα βοτσαλάκια, με απλωμένα τα τραπεζάκια και τις καρέκλες στον ήλιο. Είναι ζεστές οι καρέκλες εκεί που στάθηκε η μελισσούλα να ξεκουραστεί…
Ένα μοσχαράκι στο λιβάδι μασουλάει χόρτα και χοροπηδά. Η μάνα του το κοιτάζει τρυφερά με τα μεγάλα της ήρεμα μάτια.
Από ένα χωνάκι παγωτό που έτρωγαν τα παιδιά ένας μεγάλος γλυκός λεκές στο πεζοδρόμιο….
Κάτω από την κλαίουσα δύο πολύ νέα παιδιά κρύφτηκαν και δίνουν το πρώτο τους φιλί… Η αγάπη τους μυρίζει μέντα…
Κι ακόμα:
Εικόνες από την ψαραγορά… εικόνες από τα εμπορικά … γυναίκες ψωνίζουν… πραματευτάδες διαλαλούν τις πραμάτειες τους… φρούτα και λαχανικά λαμπερά και πολύχρωμα στα πανέρια.. φωνές και ανθρώπινο βουητό στεφανώνει τα πάντα… Ένα ποδήλατο περνά χτυπώντας το καμπανάκι του … παιδιά καθισμένα στα σκαλοπάτια καταστρώνουν ποιο παιχνίδι θα παίξουν… ο ζητιάνος στη γωνία χαίρεται ένα ζεστό ψωμάκι που κάποιος του έδωσε… και φωνές … και χαμόγελα… και σιωπές…
Το μπουμπουκάκι σάστισε. Οι εικόνες που κουβαλούσε η μέλισσα πλημμύρισαν το είναι του. Η καρδούλα του άρχισε να χοροπηδά.
«Αχ τι όμορφες εικόνες» είπε το τριαντάφυλλο. «Πόσα ωραία πράγματα είδες…» ψιθύρισε. «Είναι στ’ αλήθεια τόσο υπέροχος αυτός ο κόσμος; Εγώ δεν τον είδα ποτέ…» μαρτύρησε δειλά.
«Γιατί δεν τον είδες ;» ρώτησε με περιέργεια η μελισσούλα.
«Γιατί φοβόμουν…»
«Μα τι φοβόσουν καημένο μπουμπούκι;»

«Φοβόμουν ότι ο κόσμος θα ήταν χειρότερος από τα όνειρά μου. Φοβόμουν ότι ο ήλιος θα με έκαιγε πολύ γρήγορα. Ύστερα τι δουλειά είχα εγώ με τις πεταλούδες που θα τριγυρνούσαν ολόγυρα και θα ανακάτωναν με τα πόδια τους τους ύπερους μου;
Όλοι ένιωθαν εκστατικοί όταν έπεφτε η νύχτα. Εγώ όμως ήμουν διαρκώς μέσα στο σκοτάδι κι ένιωθα μία χαρά. Κανένας δεν με πείραζε, κανένας δεν με πλήγωνε, κι ούτε έχανα τίποτα».
«Ούτε κέρδισες τίποτα» είπε η μέλισσα.
Σε αυτές τις λέξεις το μπουμπούκι βουβάθηκε. Δεν είχε τίποτα να πει… Απόμεινε να συλλογίζεται…
Κι οι ώρες κυλούσαν… κι ώρες ντύνονταν σκούρα – μπλε και μαύρα – κατράμια … Το κρύο δυνάμωνε. Το μπουμπούκι ξύλιαζε και σφιχτόδενε περισσότερο τα πέταλά του. Η μελισσούλα πάγωνε στ’ αγιάζι.
«Αχ! Δεν νιώθω τα πόδια μου πια.» είπε. «Τα φτερά μου κρυστάλλιασαν…. Κρυώνω… κρυώνω… Δεν οσφρίζομαι τίποτα…Δεν νομίζω ότι θα ξαναδώ το φώς του ήλιου» είπε με παγωμένη φωνή. «Κρίμα που οι τελευταίες εικόνες μου είναι ενός κόσμου παγωμένου και ξερού. Δεν πειράζει όμως… άξιζε τον κόπο… Το ταξίδι μου άξιζε τον κόπο…»
Το μπουμπούκι αναρίγησε. Η καρδούλα του φτεροκόπησε. Θα χάνονταν οι ωραίες εικόνες; Θα χανόταν η μελισσούλα; Και τα όμορφα πράγματα που έζησε;… θα χάνονταν και αυτά; Κανείς δεν θα ξανάκουγε το τραγούδι της;
«Κάνε κουράγιο καημένη» την εμψύχωσε. «Τώρα είναι η πιο κρύα ώρα. Αλλά σε λίγο η καρδιά της νύχτας θα γυρίσει στο καλύτερο…. Θα δείς σε λίγο θα ξημερώσει…»
«Κρυώνω.. κρυώνω …» είπε η μελισσούλα. Και μετά από λίγο «παγώνω… σβύνω…»
Και τότε το τριαντάφυλλο άνοιξε λίγο τα σέπαλά του και άφησε μία σταλίτσα τα πέταλά του να ξεπροβάλουν.
«Ελα φίλη μου. Κρύψου εδώ. Τυλίξου με τα πέταλά μου να σωθείς» ειπε.
Κι άνοιξε λίγο, κι άλλο λίγο, κι άλλο… Κι άρχιζε να σκεπάζει τη μελισσούλα με πολλά βελούδινα παπλώματα…
Την άλλη μέρα, όταν ο ήλιος φώτισε τον κόσμο, το νησί, τα σπίτια και τις αυλές ένα θαύμα ξετυλίχτηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του.
Στην πιο απάνεμη γωνιά του κήπου, η χωρίς φύλλα πια τριανταφυλλιά είχε στην κορυφή της ένα ολάνθιστο τριαντάφυλλο. Ένα τριαντάφυλλο μοναδικό. Χιλιόφυλλο. Βαθυπόρφυρο. Πανέμορφο. Τέτοιο που δεν είχε συναντήσει πουθενά ο ήλιος σ’ όλο τον κόσμο.
Ένα τρυφερό τριαντάφυλλο με άρωμα μεθυστικό και γλυκό, που στο κέντρο του κοιμόταν γλυκά μία μελισσούλα….

(Το τριανταφυλλάκι που δεν άνθιζε της Εριφύλης Πασπάτη)



14 σχόλια:

  1. Πέρα από την όμορφη ιστορία σου θαύμασα και τις άλλες ομορφιές σου (ανεμώνες και γατόνια)
    Καλό σου Σ/Κ!

    Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι όμορφη και διδακτική ιστορία!
    ...
    Μια όμορφη βραδιά εύχομαι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Όπως και να το ερμηνεύσεις το ωραίο αυτό παραμύθι,
    αναδίνει ένα υπέροχο άρωμα.

    Νάσαι καλά που μας γνώρισες
    το ντροπαλό τριανταφυλλάκι.
    (θα το αναζητώ όπως και τα ρόδια)

    Καλό σου βράδυ Μυστήριο Κορίτσι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ΚΑΛΗΜΕΡΑ!Καλώς γιατί όλοι περιμένουμε ένα ουράνιο τόξο να βγει στη ζωή μας!!
    Πολύ τρυφερή η ιστοριούλα που επέλεξες,ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ και γεμάτη χρώματα...η συντροφικότητα σε όλες τις μορφές της τελικά είναι σπουδαία και σου δίνει ζωή...ακόμα κ όταν νομίζεις πως όλα έχουν χαθεί....!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα!
      Καλώς ήρθες!
      Σε ευχαριστώ πολύ!
      Ακριβώς ακόμα και όταν νομίζεις πως όλα έχουν χαθεί!

      Διαγραφή