Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριβιζάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριβιζάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Ο λαγός και η σούπερ χελώνα

Μια φορά κι έναν καιρό
Λέει η χελώνα στο λαγό:

- Αισθάνομαι ψηλά
το ηθικό μου
Σε προκαλώ σε αγώνα δρόμου!
Από σένα πιο γρήγορα
θα τρέξω
Θα σε νικήσω μια κι έξω!
Ξεραίνεται στα γέλια ο λαγός
- Τι 'ναι αυτά που τσαμπουνάς
Μου φαίνεται ότι ξεχνάς
Οτι από τα ζώα τα άλλα
Εγώ υπερέχω στην πιλάλα!
Χωρίς καθόλου να ιδρώσω
Ανετα, χελώνα μου, Θα σε κατατροπώσω!
- Αυτό, φίλε, θα το δούμε.
Τα αποτελέσματα Ποτέ δεν πρέπει Να προεξοφλούμε!
Το επόμενο πρωί
Περήφανα δηλώνει
Η χελώνα στην αφετηρία
-Σήμερα θα γράψω ιστορία!
Ο διαιτητής σφυρίζει!
Ο αγώνας τρεξίματος αρχίζει!
Τρέχει, τρέχει ο λαγός
Φουριόζος και γοργός,
Αλλά πιο γρήγορα Τρέχει η χελώνα
Και κερδίζει τον αγώνα!
Φασαρία, σαματάς
Αναβοσβήνουνε τα φλας
Της περνάνε στο λαιμό
Ενα μετάλλιο χρυσό
Ο κόσμος τη χειροκροτάει
Τη φιλάνε όλοι χιαστί
Είναι η χελώνα ευτυχισμένη Είναι η χελώνα γελαστή!

Οι άλλες οι χελώνες Της στήνουν ανδριάντα
Κι όπου πηγαίνει Τη συνοδεύει μια μπάντα
Που παίζει εμβατήρια
Και τα πλήθη της φωνάζουν
- Μπράβο! Ζήτω! Εύγε και συγχαρητήρια!
Και σα να μην έφτανε αυτό,
Την άλλη μέρα νικάει η χελώνα
Σε αγώνα άλματος Ενα καγκουρό
Και για τα ψάρια - Τι όνειδος και καταισχύνη-
Νικάει σε αγώνα κολύμβησης Ενα αστραφτερό δελφίνι!
Οι επιτυχίες της δεν έχουν τέλος
Στην τοξοβολία Πετυχαίνει διάνα Με το πρώτο βέλος
Στην ξιφασκία νικάει ένα ξιφία Και εν μέσω ιαχών
Νικάει ένα ρινόκερο Στο άθλημα άρσεων βαρέων
Συμμετέχει σε κάθε σπορ
Σπάει όλα τα ρεκόρ
Από νίκη σε νίκη πάει
Νικάει από δω, από κει νικάει
Μαζεύει μετάλλια Χρυσά και ασημένια,
Και σπάνια διάκριση Σαράντα διαμαντένια!
Αλλά σε ένα μήνα
Πέφτει η χελώνα Αρρωστη βαριά
Με συμπτώματα φριχτά!
Βογκάει και αγκομαχά Στενάζει και μουγκρίζει
Το καβούκι της ραγίζει
Οτι θα ζήσει για πολύ Παύει να ελπίζει

Τις χελώνες τις άλλες Γύρω της καλεί
Και με δυσκολία ψιθυρίζει - Δεν θα ζήσω για πολύ
Προτού αφήσω όμως Την τελευταία μου πνοή
Ναι, προτού την τελευταία μου Πνοή, συντρόφισσες, αφήσω
Εχω κάτι να ομολογήσω
-Ηθελα τόσο, μα τόσο να νικήσω Και όλες τις χελώνες να δοξάσω
Που τις συνέπειες Χωρίς να λογαριάσω.
Θεώρησα σωστό Να πάρω ένα ισχυρό Σούπερ αναβολικό
Και μετά -γκλουπ, γκλουπ, γκλουπ Αλλα δώδεκα να καταπιώ!
- Ναι, τα αναβολικά Είναι χρήσιμα και βολικά,
Αλλά τα πληρώνεις ακριβά! Για αυτό, φίλες μου, σας συνιστώ
Να τρώτε μόνο γρασιδάκι Νόστιμο και δροσερό!
Οσο για τα δάφνινα στεφάνια Είναι φρούδες εμπειρίες,
Γίνονται μια μέρα Στεφάνια για κηδείες
Αυτά είπε η χελώνα, Αφησε την τελευταία της πνοή
Κι οι άλλες οι χελώνες Πέσανε σε μεγάλη συλλογή
Οσο για την μπάντα
Εκανε στην πάντα.




Το παραμύθι: Ο λαγός και η σούπερ χελώνα
του Ευγένιου Τριβιζά που δημοσιεύτηκε πριν μερικά χρόνια στην εφημερίδα ''ελεύθερος τύπος''.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Η Καρέτα-Καρέτα με την πράσινη ζακέτα και τα εκατό μπαλάκια του πίνγκ-πόνγκ του Ευγένιου Τριβιζά



Μια ακόμα ιστορία απο τον Ευγένιο Τριβιζά που δημοσιεύτηκε στο παιδικό περιοδικό "ρόδι" τον Μάρτη του 1994. Την αφιερώνω στην καλή μου φίλη που μου τη διάβασε πρώτη φορά απο το τηλέφωνο τότε.








Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2010

Η κομψή καμήλα του Ευγένιου Τριβιζά


Ο Αχμέτ Χαμάμετ, ο μοναχικός βεδουίνος, είχε μια καμήλα που τον συνόδευε ακούραστη σε όλα του τα ταξίδια.

- Ω καμήλα θαυμαστή, ω καμήλα διαλεχτή! της έλεγε κάθε τόσο.

Δεν υπάρχει σαν κι εσένα καμήλα άλλη καμιά! Είσαι η παρηγοριά, η ελπίδα και η παρέα μου. Πολυτιμότερη είσαι απ' τις δροσερές οάσεις και οι αρετές σου είναι περισσότερες από τους αναρίθμητους κόκκους τής άμμου όλων των ερήμων της οικουμένης.

- Τα παραλές! του απάντησε μια μέρα η καμήλα.

- Ποιος; Εγώ; Γιατί με πικραίνεις με τ' άστοχα λόγια σου, ω καμήλα; Καθόλου δεν τα παραλέω. Τόσα πολλά είναι αυτά που σου χρωστάω, που ακόμα κι αν ζούσα χίλιες χιλιάδες αιώνες και πάλι δεν θα προλάβαινα να σου τα ξεπληρώσω.

- Αν είσαι έτσι όπως τα λες, αν με εκτιμάς, αν με αγαπάς, αν με υπολήπτεσαι τόσο πολύ, τότε αντί να τα φορτώνεις όλα στην καμπούρα μου, θα μου έκανες και συ μια μικρή χάρη.

- Τι χάρη επιθυμείς να σου κάνω;

- Να με πας στην Ευρώπη να κάνω αισθητική εγχείρηση.

- Δεν καταλαβαίνω. Τι ακριβώς εννοείς; Για εξηγήσου, ω αινιγματική καμήλα!

- Να, είπε με φωνή γεμάτη παράπονο η καμήλα. Νομίζεις ότι μου αρέσει να κουβαλάω στη ράχη μου ολόκληρη καμπούρα; Νομίζεις ότι δεν θέλω κι εγώ να είμαι κομψή κι ανάλαφρη σαν ελαφίνα;

- Επιθυμείς δηλαδή, ω καμήλα, να απαλλαγείς από την καμπούρα σου;

- Ακριβώς. Άλλωστε κι εσένα σε συμφέρει, ω βεδουίνε! Θα είσαι ο μόνος βεδουίνος στην έρημο που θα διαθέτει κομψή, ντελικάτη και ντιστεγκέ καμήλα. Λίγο το 'χεις;

- H επιθυμία σου θα εκπληρωθεί! αποφάσισε ο μοναχικός βεδουίνος.

Ξόδεψε όλες του τις οικονομίες, χρεώθηκε, έβαλε ενέχυρο την τέντα του και την καλή του κελεμπία, αγόρασε εισιτήριο και πήγε την καμήλα στο Λονδίνο, στον καλύτερο αισθητικό χειρουργό.

Εκεί, στην αίθουσα αναμονής περιμένανε κι άλλοι πελάτες.

Περίμεναν άχαρα λελέκια που θέλανε να τους κοντύνει τα πόδια και σκαντζόχοιροι που θέλανε να τους ξυρίσει τα αγκάθια τους.

Περιμένανε χελώνες που θέλανε να τους ισιώσει τις ρυτίδες και κατσίκες που θέλανε να τους κάνει ριζική αποτρίχωση.

Περιμένανε σαρδέλες που θέλανε να τις επιχρυσώσει, για να γίνουνε χρυσόψαρα, και ρινόκεροι που θέλανε να αποκτήσουνε βελούδινη επιδερμίδα.

Περιμένανε φάλαινες που θέλανε να αδυνατίσουνε, ώσπου να γίνουνε μαρίδες και κοράκια που θέλανε να τους κάνει μεταμόσχευση φτερών παγονιού.

Όταν έφτασε η σειρά της, μπήκε και η καμήλα στο γραφείο του γιατρού. Μαζί της και ο μοναχικός βεδουίνος.




Εδώ βλέπουμε τη φάλαινα και τα άλλα ζώα που περιμένουν με ανυπομονησία τον γιατρό στην αίθουσα αναμονής

Ο κτηνοαισθητικός πήρε προσεχτικά το ιστορικό της καμήλας, ακροάστηκε την καμπούρα της και την κοίταξε καλά καλά.

- Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να σου την κόψω; ρώτησε.

- Σιγουρότατη! απάντησε κοφτά η καμήλα.

- Εσείς τι λέτε, αγαπητέ βεδουίνε;

- Ό,τι πει η καμήλα!

- Να κόψω καλύτερα μόνο τη μισή; πρότεινε ο γιατρός.

- Ποια μισή; Όλη! επέμεινε η καμήλα.

- Εσείς τι λέτε, σεβαστέ βεδουίνε; Έχετε σκεφτεί τις συνέπειες;

- Ό,τι πει η καμήλα!

- Μήπως θέλετε να το αναβάλουμε για να το ξανασκεφθείτε;

- Ό,τι πει η καμήλα!

- Το γοργόν και χάριν έχει! είπε η καμήλα.

- Να την κόψω λοιπόν όλη; Αυτό επιθυμείτε;

- Αυτό! Κόψ' τη τη ρημάδα να ησυχάσουμε! αποφάσισε ο βεδουίνος, που δεν του αρέσανε τα ημίμετρα.

Έτσι κι έγινε. H καμήλα μπήκε στην κλινική και όταν σε μερικές μέρες βγήκε, ήταν κομψή και πεταχτή σαν ελαφίνα.

Όταν με το καλό επιστρέψανε στην πατρίδα τους κάνανε αίσθηση. Οι άλλοι, βεδουίνοι μείνανε μ' ανοιχτό το στόμα, μόλις αντικρίσανε τη βελτιωμένη καμήλα. Δεν πιστεύανε στα μάτια τους. Ο Αχμέτ ανέβηκε πολύ στην υπόληψή τους. Όσο για τις υπόλοιπες καμήλες, τρελαθήκανε από τη ζήλεια τους.

Ο Αχμέτ Χαμάμετ περιέφερε την καμήλα του από 'δω και από 'κει και πολύ καμάρωνε.

- Είδατε τι κομψή καμήλα έχω εγώ; έλεγε και γελούσανε και τα μουστάκια του.

Σε μερικές μέρες ο Αχμέτ Χαμάμετ και η κομψή καμήλα ξεκινήσανε για ένα μεγάλο ταξίδι στην απέραντη έρημο.

Ένα μεσημέρι όμως τους ζάλισε ο πυρωμένος ήλιος, χάσανε τον προσανατολισμό τους και δεν άργησαν να χαθούν.

Μερόνυχτα γυρίζανε άσκοπα, χωρίς να μπορούνε να βρούνε ούτε όαση ούτε τροφή ούτε κάποιο δροσερό πηγάδι.

Ο Αχμέτ Χαμάμετ άρχισε να βλέπει οφθαλμαπάτες. Έβλεπε κοράκια με φτερά παγωνιού να σερβίρουνε παγωμένες γρανίτες.

Έβλεπε λελέκια να κάνουνε βουτιές σε δροσερές πισίνες.

Έβλεπε ρινόκερους με βελούδινη επιδερμίδα να ανταλλάσσουν γυάλες με επιχρυσωμένες σαρδέλες.

Έβλεπε κατσίκες να χορεύουνε τσικ του τσικ γύρω από κρυστάλλινα σιντριβάνια.

Έβλεπε χελώνες χωρίς ρυτίδες να κάνουνε θαλάσσιο σκι σε αφρόλουστες παραλίες.



Εδώ βλέπουμε κι εμείς μία από τις φαντασμαγορικές οφθαλμαπάτες που έβλεπε ο βεδουίνος όταν χάθηκε στην απέραντη έρημο


H καμήλα που δεν είχε αποθέματα λίπους για να συντηρηθεί σε τούτες τις δύσκολες στιγμές αδυνάτισε, έγινε πετσί και κόκαλο και δεν άργησε να αφήσει την τελευταία της ανάσα.

Ο Αχμέτ Χαμάμετ πλανιόταν ολομόναχος στην αφιλόξενη φλογισμένη έρημο που έμοιαζε να μην έχει αρχή και τέλος. Οι αμμόλοφοι χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα, ίδιοι με κύματα μιας φουρτουνιασμένης θάλασσας που είχε πετρώσει εδώ και πολλούς αιώνες.

Τα μάτια του έτσουζαν, το λαρύγγι του ήταν στεγνό, τον θάμπωνε, τον έκαιγε, τον τυραννούσε, τον πυρπολούσε ο πυρωμένος ήλιος.

Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, τον τύλιξε σε λίγο στη μανιασμένη δίνη της μια φοβερή ανεμοθύελλα.

Πάσχισε να προχωρήσει. Άδικος ο κόπος. Δεν τον κρατούσαν πια τα πόδια του.

Ενώ χιλιάδες μαστίγια βίτσιζαν το πρόσωπό του, παραπάτησε, γονάτισε, σωριάστηκε στην άμμο εξουθενωμένος...

- Τι την ήθελα την κομψή καμήλα; πρόλαβε να ψιθυρίσει προτού τον σκεπάσει για πάντα η θαμπή, η καυτή, η ανελέητη άμμος της ερήμου.
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ" πριν απο περίπου τέσσερα χρόνια.)

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Η Πριγκίπισσα Δυσκολούλα του Ευγένιου Τριβιζά

Το παρακάτω παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά είναι απο το παιδικό περιοδικό ''το ρόδι'' που κυκλοφορούσε την δεκαετία του 1990.





Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

Το ηλιοτρόπιο του Ευγένιου Τριβιζά


Ήταν κάποτε ένα λιβάδι γεμάτο ηλιοτρόπια. Και όλα αυτά τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν ολημερίς με θαυμασμό τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από εκεί, γύριζαν από εκεί. Όταν ο ήλιος ήταν από εδώ, γυρνούσαν από εδώ. Εκτός από ένα. Ένα μόνο ηλιοτρόπιο απ` όλα τα ηλιοτρόπια του κάμπου δεν κοίταζε τον ήλιο. Όταν ο ήλιος ήταν από εδώ, το ηλιοτρόπιο αυτό, κοιτούσε από εκεί. Όταν ο ήλιος ήταν από εκεί το ηλιοτρόπιο κοιτούσε από εδώ.
- «Μα γιατί δεν κοιτάς κι εσύ τον ήλιο τον ακριβοθώρητο, όπως εμείς;», ρωτούσαν τα άλλα ηλιοτρόπια απορημένα.
- «Και γιατί να τον κοιτώ;»
- «Επειδή είναι χρυσός, επειδή λάμπει κι ανασαίνει φως.»
- «Ε και λοιπόν; Χαρά στο πράγμα Ανασαίνει φως και κάτι έγινε.»
- «Τι θες να πεις, δεν σ` αρέσει δηλαδή;»
- «Καλός είναι, δεν λέω. Αλλά όχι και να τον θαυμάζει κανείς από το πρωί ίσα με το βράδυ. Αλήθεια δεν μπορώ να καταλάβω τι του βρίσκετε και τον κοιτάτε σαν χαζά μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει.»
«Δεν είναι στα καλά του», σκεφτόταν τα άλλα ηλιοτρόπια. «Ακούς εκεί να μη θέλει να κοιτάζει τον ήλιο».

Και περνούσαν οι μέρες, και όλα τα ηλιοτρόπια κοιτούσαν τον ήλιο εκτός από εκείνο το ηλιοτρόπιο το ένα που κοιτούσε πάντα από την αντίθετη πλευρά.

- «Δε μου λες; Γιατί δε με κοιτάς;»
- «Άσε με ήσυχο.», είπε το ηλιοτρόπιο
- «Πες μου γιατί δεν με κοιτάς;»
- «Θέλεις αλήθεια να σου πω;»
- «Ναι»
- «Επειδή θέλω να βγαίνεις μόνο για μένα, μόνο για μένα να γελάς, να λάμπεις μόνο για μένα, εμένα μόνο να ζεσταίνεις, είπε το ηλιοτρόπιο. Αν έβγαινες μόνο για μένα τότε ναι θα σε κοιτούσα.»
- «Μα δε γίνεται αυτό», αποκρίθηκε ο ήλιος. «Δεν γίνεται να βγαίνω μόνο για σένα, να γελάω μόνο για σένα, εσένα μόνο να ζεσταίνω, δε γίνεται.»
- «Τότε κι εγώ δε θα σε κοιτάω.»
- «Μα πρέπει μικρό ηλιοτρόπιο. Θα μαραθείς αν δε με κοιτάς;»
- «Και τι σε νοιάζει εσένα αν μαραθώ. Παράτα με», είπε το ηλιοτρόπιο.

Δεν μίλησε ο ήλιος και το ηλιοτρόπιο κοιτούσε με πείσμα από την άλλη την μεριά.
Και περνούσαν οι μέρες και άρχισε να χλομιάζει το ηλιοτρόπιο.
«Είδατε;» Ψιθύριζαν τα άλλα ηλιοτρόπια μεταξύ τους. «Δεν κοιτάζει τον ήλιο και ορίστε, ιδού τα αποτελέσματα. Δεν το βλέπω καθόλου καλά. Να μου το θυμηθείτε έτσι όπως πάει, αργά ή γρήγορα θα μαραθεί».

Είχε δίκιο. Κάθε μέρα που περνούσε το ηλιοτρόπιο γινόταν όλο και πιο χλωμό. Ο μίσχος, τα πέταλα του μαραινόταν, αλλά ούτε που γυρνούσε να κοιτάξει τον βασιλιά ήλιο. Παραξενεμένα τα άλλα ηλιοτρόπιο το άκουγαν να μιλάει μόνο του: «Φύγε, έλεγε δεν θέλω να σε βλέπω φύγε.»

Ώσπου ένα βράδυ, το τελευταίο εκείνο βράδυ, όταν όλα τα άλλα ηλιοτρόπια είχαν αποκοιμηθεί, μέσα στη νύχτα, μέσα στη σιωπή, πρόβαλε ο ήλιος. Πρώτη φορά έβγαινε το βράδυ. Δεν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Βγήκε και έδιωξε το σκοτάδι και πλημμύρισε με ένα χρυσαφένιο φως, μαγευτικό φως το όνειρο του.
- «Ήρθες;», είπε το ηλιοτρόπιο.
- «Ήρθα», είπε ο ήλιος.
- «Μόνο για μένα;»
- «Μόνο για σένα», αποκρίθηκε ο ήλιος, «έλα».

Ένιωσε ανάλαφρο το ηλιοτρόπιο. Τόσο ανάλαφρο σαν να μη το έδενε η ρίζα του στο χώμα. Λες κι έγιναν φτερά τα φύλα του αφέθηκε να ανεβαίνει. Κι ανέβαινε, όλο ανέβαινε. Ήταν τόσο μαγευτικός ο ουρανός, τόσο φωτεινός ο ουρανός, δε γίνεται πιο φωτεινός, κι έφτασε κοντά στον ήλιο. Κι από εκεί ψηλά, είδε όλες τις θάλασσες κι όλα τα λιβάδια, είδε λίμνες είδε λειμώνες είδε δάση είδε ροδώνες και χώρες μαγικές και κόρφους μυστικούς και νησιά που ταξίδευαν στο κύμα, και πράσινα ποτάμια που στραυτάριζαν κι ολόλευκα πουλιά πάνω από τα βουνά τα ασημένια.

- «Έλα κοντά μου», είπε ο ήλιος
Το ηλιοτρόπιο πήγε κοντά
- «Πιο κοντά», είπε ο ήλιος
Το ηλιοτρόπιο πήγε πιο κοντά

- «Κοίτα με», είπε ο ήλιος, «κοίτα με ηλιοτρόπιο. Εσένα μόνο», είπε ο ήλιος και το άγγιξε με την ανάσα του.
Κι ένιωσε την ανάσα εκείνη να το καίει σαν πυρετός, σα φλόγα να το αγκαλιάζει, σαν αστραπή θαμπωτική να το πονά κι ήταν όλα ένα χρυσάφι μέσα του ολόγυρά του. Φλόγα θαμπωτική ο ουρανός απ' άκρη σ' άκρη.
Κι ένιωσε τα φυλλοκάρδια του να ανοίγουν, να γλιστράν, να σκορπάν τα σπόρια να πέφτουν δάκρια και βροχή στις θάλασσες του κόσμου κι όπως άγγιζαν τον αφρό όπως άγγιζαν το κύμα σπίθες χρυσές να αναπηδούν, μυριάδες ηλιοτρόπια να βλασταίνουν στη στιγμή, κύματα κι άλλα κύματα από άλλα ηλιοτρόπια χρυσά, ήλιοι λουλουδένιοι, που στραφτάριζαν ονειρικά, θάλασσες απέραντες χωρίς αρχή και τέλος.

Είχε συννεφιά το άλλο πρωί Δεν βγήκε την μέρα εκείνη ο ήλιος. Κατασκότεινος ο ουρανός λες να ήταν βουρκωμένος. Το ηλιοτρόπιο έγειρε στον ίσκιο του ξερό καψαλισμένο, δίχως δροσιά, χωρίς πνοή ανάμεσα στα δροσάτα ηλιοτρόπια του κάμπου.
- «Τα θελε και τα πάθε», είπε ένα ηλιοτρόπιο
- «Πήγαινε γυρεύοντας», είπε ένα άλλο

Έτσι είπαν. Έτσι είπαν και το λυπήθηκαν. Το λυπήθηκαν επειδή κανένα τους δε μάντεψε πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, κανένας δεν έμαθε ποτέ το τελευταίο όνειρο του.