Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Ο ελέφαντας κι η πεταλούδα


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ελέφαντας που όλη μέρα καθόταν και δεν έκανε τίποτα.

Ζούσε μόνος του σ’ ένα σπιτάκι πέρα ψηλά στην κορφή ενός στριφογυριστού δρόμου.

Από το σπίτι του ελέφαντα, ο στριφογυριστός δρόμος κατέβαινε, όλο κατέβαινε γεμάτος στροφές κι έφτανε σε μία πράσινη κοιλάδα, όπου ήταν ένα άλλο σπιτάκι. Στο σπιτάκι εκείνο ζούσε μία πεταλούδα.

Μια μέρα, εκεί που ο ελέφαντας καθόταν στο σπιτάκι του πλάι στο παράθυρο και κοίταζε έξω και δεν έκανε τίποτα (κι ήταν πολύ χαρούμενος, γιατί αυτό ακριβώς του άρεσε να κάνει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο), είδε κάποιον ν’ ανεβαίνει, ολοένα ν’ ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι του∙ κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και σάστισε πολύ. “Ποιος να ‘ναι αυτός που ανεβαίνει κι ολοένα κι ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι μου;” αναρωτήθηκε ο ελέφαντας.
Και μια στιγμή αργότερα, είδε πως ήταν μία πεταλούδα που πετάριζε χαρούμενα στο στριφογυριστό δρόμο∙ κι ο ελέφαντας είπε: “Απίστευτο! Θα περάσει άραγε απ’ το σπιτάκι μου να μου κάνει επίσκεψη;” Όσο πλησίαζε η πεταλούδα, τόσο η αγωνία του ελέφαντα μεγάλωνε – ώσπου η πεταλούδα ανέβηκε τα σκαλιά του μικρού σπιτιού και χτύπησε πολύ απαλά με το φτερό της την πόρτα. “Είναι κανείς εδώ;” ρώτησε.

Ο ελέφαντας ήταν ενθουσιασμένος, μα δεν είπε λέξη.

Η πεταλούδα χτύπησε ακόμη μια φορά με το φτερό της, λίγο πιο δυνατά αλλά πάλι πολύ απαλά, και είπε: “Μένει κανείς σ’ αυτό το σπίτι;”

Ούτε και τότε ο ελέφαντας είπε τίποτα, γιατί απ’ τη χαρά του δεν μπορούσε να μιλήσει.

Την τρίτη φορά η πεταλούδα χτύπησε την πόρτα αρκετά δυνατά και ρώτησε: “Είναι κανείς μέσα;” Αυτήν τη φορά ο ελέφαντας είπε με φωνή που έτρεμε: “Εγώ”. Η πεταλούδα κοίταξε δειλά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: “Ποιος είσαι εσύ που ζεις σ’ αυτό το σπιτάκι;” Κι ο ελέφαντας κοίταξε δειλά από τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: “Είμαι ο ελέφαντας που δεν κάνει τίποτα όλη μέρα”. “Ω” είπε η πεταλούδα. “Να περάσω;” “Κόπιασε” είπε ο ελέφαντας μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο, γιατί ήταν τρισευτυχισμένος. Η πεταλούδα έσπρωξε απαλά την πόρτα με το φτερό της, την άνοιξε και μπήκε.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν εφτά δέντρα που ζούσαν πλάι στο στριφογυριστό δρόμο. Κι όταν η πεταλούδα έσπρωξε την πόρτα με το φτερό της και μπήκε στο σπιτάκι του ελέφαντα, ένα από τα δέντρα είπε σ’ ένα από τα δέντρα: “Μου φαίνεται πως θα βρέξει”.

“Ο στριφογυριστός δρόμος θα γίνει μούσκεμα και θα μοσχοβολάει”, είπε ένα άλλο δέντρο σ’ ένα άλλο δέντρο.

Ένα από τ’ άλλα δέντρα είπε τότε σ’ ένα από τ’ άλλα δέντρα: “Τι τυχερή που είναι η πεταλούδα που είναι ασφαλής στο σπιτάκι του ελέφαντα. Έτσι δεν θα πάθει τίποτα απ’ τη βροχή”.

Μα το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε: “Άρχισε κιόλας να βρέχει, το νιώθω”. Και πράγματι, την ώρα που η πεταλούδα κι ο ελέφαντας συζητούσαν μες στο σπιτάκι του ελέφαντα, πάνω ψηλά στην κορφή του στριφογυριστού δρόμου, άρχισε παντού να πέφτει μια απαλή βροχή∙ κι η πεταλούδα με τον ελέφαντα κάθισαν μαζί πλάι στο παράθυρο και κοίταζαν έξω κι ένιωθαν ασφαλείς και χαρούμενοι, ενώ ο στριφογυριστός δρόμος είχε μουσκέψει κι είχε αρχίσει να μοσχοβολάει, όπως ακριβώς είχε πει το τρίτο δέντρο.

Δεν πέρασε πολλή ώρα κι η βροχή σταμάτησε. Ο ελέφαντας αγκάλιασε πολύ απαλά τη μικρή πεταλούδα και είπε: “Μ’ αγαπάς λιγάκι;”

Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: “Όχι, σ’ αγαπώ πάρα πολύ”.

Ο ελέφαντας τότε είπε: “Είμαι πολύ χαρούμενος, νομίζω πως πρέπει να πάμε να κάνουμε μια βόλτα μαζί εσύ κι εγώ: η βροχή σταμάτησε πια κι ο στριφογυριστός δρόμος μοσχοβολάει”.

Η πεταλούδα είπε: “Ναι, αλλά πού να πάμε εσύ κι εγώ;”

Ας κατεβούμε το στριφογυριστό δρόμο κι ας πάμε πέρα μακριά, εκεί που δεν έχω πάει ποτέ” είπε ο ελέφαντας στη μικρή πεταλούδα. Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: “Πολύ θέλω να κατεβώ μαζί σου το στριφογυριστό δρόμο και να πάμε πέρα μακριά – ας βγούμε απ’ την πορτούλα του σπιτιού σου κι ας κατεβούμε τα σκαλιά μαζί – τι λες;”

Βγήκαν λοιπόν μαζί απ’ το σπιτάκι, και το χέρι του ελέφαντα αγκάλιαζε πολύ απαλά την πεταλούδα. Το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε τότε στους έξι φίλους του: “Μου φαίνεται πως η πεταλούδα αγαπάει τον ελέφαντα όσο κι ο ελέφαντας αγαπάει την πεταλούδα, και χαίρομαι πάρα πολύ, γιατί θα μείνουν αγαπημένοι για πάντα”.



Κι ο ελέφαντας με την πεταλούδα κατέβαιναν, ολοένα και κατέβαιναν το στριφογυριστό δρόμο.

Μετά τη βροχή είχε βγει ένας υπέροχος λαμπερός ήλιος.

Στο στριφογυριστό δρόμο τα λουλούδια μοσχοβολούσαν.

Ένα πουλί άρχισε να τραγουδάει σ’ ένα θάμνο και τα σύννεφα χάθηκαν απ’ τον ουρανό κι ήταν παντού Άνοιξη.

Όταν έφτασαν στο σπίτι της πεταλούδας κάτω στην πράσινη κοιλάδα, που ήταν πράσινη όσο ποτέ, ο ελέφαντας είπε: “Αυτό είναι το σπίτι σου;”

Κι η πεταλούδα είπε: “Ναι, αυτό είναι”.

“Να περάσω;” είπε ο ελέφαντας.

“Ναι” είπε η πεταλούδα. Ο ελέφαντας λοιπόν έσπρωξε ελαφρά την πόρτα με την προβοσκίδα του και μπήκαν στο σπίτι της πεταλούδας. Τότε ο ελέφαντας φίλησε την πεταλούδα πολύ απαλά κι η πεταλούδα είπε: “Γιατί δεν είχες έρθει ποτέ μέχρι τώρα εδώ κάτω στην κοιλάδα που μένω;” Κι ο ελέφαντας απάντησε: “Γιατί δεν έκανα τίποτα όλη μέρα. Τώρα όμως που ξέρω πού μένεις, θα κατεβαίνω κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο για να σε βλέπω, αν δεν σε πειράζει – σε πειράζει;” Τότε η πεταλούδα φίλησε τον ελέφαντα και είπε: “Σ’ αγαπώ και θέλω πολύ να έρχεσαι”.

Κι από τότε ο ελέφαντας κατέβαινε κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο που μοσχοβολούσε (περνώντας πλάι απ’ τα εφτά δέντρα και το πουλί που κελαηδούσε μες στο θάμνο) για να πάει στη μικρή του φίλη την πεταλούδα.

Κι έμειναν αγαπημένοι για πάντα.

e.e.cummings, Παραμύθια (εκδ. Νεφέλη).


πηγή: https://to23ogramma.wordpress.com/2014/10/15/%CE%BF-%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B9-%CE%B7-%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1/

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Η κοτούλα

 Μια φορά κι έναν καιρό,
η κότα η κοτούλα μάζευε φασόλια στο κήπο της.
Ξαφνικά…ΤΟΚ…ένα φασόλι της πέφτει στο κεφάλι.
Και είπε η κότα η κοτούλα:
‘Πωπώωωωωω. Πέφτει-πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και πρέπει να πάω βιαστικά να το πω στο βασιλιά»
Παίρνει τη τσάντα της και ξεκινάει.
Δρόμο παίρνει-δρόμο αφήνει,
Δρόμο παίρνει-δρόμο αφήνει
Και να ΄σου συναντάει τον κικιρίκου-κόκορα.
Και ρώτησε ο κικιρίκου- κόκορας:
«Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάς από δω πέρα;»
Και απάντησε η κότα η κοτούλα :
«Αχ, κικιρίκου κόκορά μου,
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και ΄γω πάω βιαστικά να το πω στο βασιλιά»
«Τι λές;» Είπε ο κόκορας.
«Να ρθω και γω μαζί σου;»
«Ελα»
Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε τη πάπια τη καμαρωτή.
Και ρώτησε η πάπια η καμαρωτή:
«Κικιρίκου κόκορά μου
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, πάπια μας καμαρωτή.
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
«Τι λέτε;» Είπε η πάπια .
«Να ρθω και ‘γω μαζί σας;»
«Έλα» .
Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε τη χηνούλα τη κουνιστή.
Και ρώτησε η χήνα η κουνιστή :
«Πάπια μου καμαρωτή,
κικιρίκου κόκορά μου,
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, χηνούλα κουνιστή.
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
« Τι λέτε;» Είπε η χηνούλα .
«Να ρθω και ‘ γω μαζί σας;»
«Έλα» .
Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε το διάνο το κουτόδιανο.
Και ρώτησε η διάνος ο κουτόδιανος :
“Βρε χηνούλα κουνιστή,
Πάπια μου καμαρωτή,
Κικιρίκου κόκορά μου,
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, διάνε μας κουτόδιανε, .
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
«Τι λέτε;» Ειπε ο διάνος
«Να ρθω και ‘ γω μαζί σας;»
«Έλα» .
Και δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν,
να ΄σου και συναντάνε την Aλεπού τη κυρά-Μαριώ.
Και ρώτησε η πονηρή η Αλεπού :
Διάνε μου κουτόδιανε
Και συ χήνα κουνιστή,
Πάπια μου καμαρωτή,
Κικιρίκου κόκορά μου,
Κότα μου κοτούλα μου,
Πού πάτε από δω πέρα;»
«Αχ, αλεπού κυρά-Μαριώ .
Πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός
Και μεις πάμε βιαστικά να το πούμε στο βασιλιά»
«Μπα;» Ρώτησε τη πονηρή η αλεπού.
«Και ξέρετε πού είναι το παλάτι;»
«Όχι», απάντησε η κότα η κοτούλα
«Θέλετε να σας δείξω;»
«Ναι»
“Πάμε λοιπόν” είπε η πονηρή η αλεπού.
Και, έτσι, μπήκε μπροστά η αλεπού η κυρά-Μαριώ
για να τους δείξει το δρόμο για το παλάτι.
Μόνο, που, αντί να οδηγήσει τα ζωάκια στο παλάτι,
τα οδήγησε στη φωλιά της.
Και εκεί, αφού κλείδωσε τη πόρτα, φώναξε τα αλεπουδάκια της,
Και φάγανε πρώτα το διάνο το κουτόδιανο,
μετά τη χήνα τη κουνιστή,
ύστερα τη πάπια τη καμαρωτή,
στη συνέχεια τον κικιρίκου κόκορα
και τελευταία τη κότα τη κοτούλα, που δε πρόλαβε η κακομοίρα
Να πάει να πει στο βασιλιά, πως πέφτει- πέέέέέέφτει ο ουρανός.

πηγή:http://zitoumeno.blogspot.gr/2010/12/blog-post_8531.html

υ.γ. το παραμυθάκι αυτό είναι το πρώτο παραμύθι που διάβασα και το έχω ακόμα, βέβαια είναι λίγο σχισμένο αλλά μου θυμίζει πόσο με είχε βασανίσει τότε να βγάλω κάποια διδάγματα, έσπαγα το μυαλό μου μικρούλα, ο συγγραφέας δυστυχώς δεν αναφέρεται ούτε στο βιβλίο...

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

O πιστός φίλος


O μικρούλης Χανς είχε πολλούς φίλους, αλλά ο πιο πιστός του φίλος ήταν ο Χιου ο μυλωνάς. Κι αλήθεια, τόσο αφοσιωμένος ήταν ο πλούσιος μυλωνάς στο μικρούλη Χανς, που δεν περνούσε ποτέ από τον κήπο του δίχως να σκύψει πάνω απ’ τη μάντρα για να κόψει ένα μεγάλο μπουκέτο λουλούδια ή μια χούφτα αρωματικά βότανα, ή δίχως να γεμίσει τις τσέπες του με κεράσια και δαμάσκηνα, αν ήταν η εποχή τους.
«Oι αληθινοί φίλοι πρέπει να μοιράζονται τα πάντα», έλεγε ο μυλωνάς, κι ο μικρούλης Χανς κουνούσε το κεφάλι χαμογελώντας και καμάρωνε που είχε ένα φίλο με τόσο ευγενικές ιδέες.
Καμιά φορά, ωστόσο, οι γείτονες παραξενεύονταν που ο πλούσιος μυλωνάς δεν έδινε ποτέ τίποτα σε αντάλλαγμα στο μικρούλη Χανς, μόλο που φύλαγε στο μύλο του εκατό σακιά αλεύρι, και είχε έξι αγελάδες κι ένα μεγάλο κοπάδι μαλλιαρά αρνιά· αλλά ο Χανς ποτέ δε σκοτιζότανε με τέτοιες σκέψεις, και τίποτα δεν τον ευχαριστούσε περισσότερο από το ν’ ακούει όλα τα θαυμάσια πράγματα που έλεγε ο μυλωνάς για την ανιδιοτέλεια της αληθινής φιλίας.
Κι έτσι, ο μικρούλης Χανς περνούσε τον καιρό του δουλεύοντας στον κήπο του. Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο ήταν πολύ ευτυχισμένος, όταν όμως ερχόταν ο χειμώνας και δεν είχε καρπούς ή λουλούδια να πουλήσει, υπέφερε πολύ από το κρύο και την πείνα, και συχνά αναγκαζόταν να πηγαίνει για ύπνο έχοντας φάει μονάχα μερικά ξερά αχλάδια ή τίποτα σκληρά καρύδια. Κι ακόμα, το χειμώνα υπέφερε από μοναξιά, γιατί ο μυλωνάς ποτέ δεν ερχόταν να τον δει.
«Δεν ωφελεί να πάω να δω το Χανς όσο κρατάει το χιόνι», έλεγε ο μυλωνάς στη γυναίκα του, «γιατί όταν οι άνθρωποι έχουν στενοχώριες, πρέπει να τους αφήνουμε ήσυχους και να μην τους ενοχλούμε μ’ επισκέψεις. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου άποψη για τη φιλία, και είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο. Θα περιμένω λοιπόν να έρθει η άνοιξη, και τότε θα πάω να τον δω, θα μου δώσει κι ένα μεγάλο πανέρι πρίμουλες κι αυτό θα τον κάνει πολύ ευτυχισμένο».
«Πολύ τους σκέφτεσαι τους άλλους», απάντησε η μυλωνού, καθισμένη στην αναπαυτική πολυθρόνα της μπροστά στο τζάκι· «πραγματικά, πολύ τους σκέφτεσαι. Είναι μεγάλη απόλαυση να σ’ ακούει κανείς να μιλάς για τη φιλία. Και είμαι σίγουρη πως ούτε ο πάστορας ο ίδιος δε θα μπορούσε να τα πει πιο όμορφα από σένα, κι ας μένει σε τρίπατο σπίτι, κι ας φοράει χρυσό δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο».
«Δε θα μπορούσαμε όμως να καλέσουμε εδώ το μικρούλη Χανς;», είπε ο μικρότερος γιος του μυλωνά. «Αν ο καημένος ο Χανς έχει στενοχώριες, θα του δώσω το μισό απ’ το χυλό μου και θα του δείξω τ’ άσπρα μου κουνέλια».
«Τι κουτό παιδί που είσαι!», φώναξε ο μυλωνάς. «Πραγματικά, δεν ξέρω τι ωφελεί να σε στέλνω στο σχολείο. Δε βλέπω να μαθαίνεις και τίποτε. Μα αν ερχόταν εδώ ο Χανς κι έβλεπε τη ζεστή φωτιά μας, τα πλούσια φαγητά μας και το μεγάλο μας βαρέλι με το κόκκινο κρασί, ίσως να ζήλευε, κι η ζήλια είναι πράγμα τρομερό και πολύ κακό για όλους. Δε θα επιτρέψω να χαλάσει ο χαρακτήρας του Χανς. Είμαι ο καλύτερός του φίλος, και πάντα θα τον προσέχω και θα φροντίζω να μην μπει σε κανέναν πειρασμό. Εξάλλου, αν έρθει εδώ ο Χανς, μπορεί να μου ζητήσει να του δώσω αλεύρι με πίστωση, κι αυτό δε θα μπορούσα να το κάνω. Άλλο το αλεύρι κι άλλο η φιλία, αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε. Oι λέξεις γράφονται διαφορετικά και σημαίνουν διαφορετικά πράγματα. Είναι ολοφάνερο». […]
Νωρίς το άλλο πρωί, ο μυλωνάς κατέβηκε να πάρει τα λεφτά για το σακί με το αλεύρι, αλλά ο μικρούλης Χανς ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι.
«Μα την πίστη μου», είπε ο μυλωνάς, «είσαι πολύ τεμπέλης. Και πραγματικά, αν σκεφτείς ότι θα σου χαρίσω το καροτσάκι μου, θα μπορούσες να δουλέψεις πιο σκληρά. Η τεμπελιά είναι μεγάλη αμαρτία, και δε μ’ αρέσει να ’χω φίλους τεμπέληδες ή νωθρούς. Δεν πρέπει να σ’ ενοχλεί που σου μιλάω τόσο απερίφραστα. Oύτε που θα το σκεφτόμουν βέβαια να σου τα πω αυτά, αν δεν ήμουν φίλος σου. Αλλά τι νόημα έχει η φιλία, αν δεν μπορεί κανείς να πει ακριβώς αυτό που έχει στο μυαλό του; Χαριτωμένα πράγματα μπορεί να λέει ο καθένας για να ευχαριστήσει και να κολακέψει τον άλλον, αλλά ο αληθινός φίλος πάντα λέει δυσάρεστα πράγματα και δεν τον νοιάζει αν πληγώνει. Και μάλιστα, αν είναι αληθινός φίλος, το προτιμάει αυτό, γιατί ξέρει ότι τότε κάνει καλό».
«Λυπάμαι πολύ», είπε ο μικρούλης Χανς, τρίβοντας τα μάτια του και βγάζοντας τη σκούφια του, «αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος, που σκέφτηκα να μείνω για λίγο στο κρεβάτι και ν’ ακούω τα πουλιά να κελαηδάνε. Το ξέρεις ότι πάντα δουλεύω καλύτερα όταν έχω ακούσει τα πουλιά να κελαηδάνε;».
«Λοιπόν, χαίρομαι γι’ αυτό», είπε ο μυλωνάς χτυπώντας το μικρούλη Χανς στην πλάτη, «γιατί μόλις ντυθείς, θέλω να ’ρθεις στο μύλο μου για να μου φτιάξεις τη στέγη της αποθήκης μου».
O καημένος ο μικρούλης Χανς βιαζόταν να πάει να δουλέψει στον κήπο του, γιατί τα λουλούδια του είχαν μείνει δυο μέρες απότιστα, αλλά δεν ήθελε να πει όχι στο μυλωνά, μια και ήταν τόσο καλός φίλος του.
«Νομίζεις πως δε θα ’ταν φιλικό απ’ τη μεριά μου, αν σου ’λεγα ότι είμαι απασχολημένος;», ρώτησε δειλά.
«Ε, στ’ αλήθεια», απάντησε ο μυλωνάς, «δε νομίζω ότι σου ζητάω πολλά, αν σκεφτείς ότι θα σου χαρίσω το καροτσάκι μου· αν μου αρνηθείς, βέβαια, θα πάω να το κάνω μόνος μου».
«Ω, αυτό αποκλείεται», φώναξε ο μικρούλης Χανς· και πετάχτηκε πάνω, ντύθηκε και πήγε στην αποθήκη.
Δούλεψε εκεί όλη μέρα, ως το ηλιοβασίλεμα, και το ηλιοβασίλεμα, ο μυλωνάς ήρθε να δει πώς τα πήγαινε.
«Επισκεύασες την τρύπα στη στέγη, μικρούλη Χανς;», φώναξε ο μυλωνάς με χαρούμενη φωνή.
«Τέλειωσε», απάντησε ο μικρούλης Χανς, κατεβαίνοντας απ’ τη σκάλα.
«Α!», είπε ο μυλωνάς, «δεν υπάρχει πιο ευχάριστη δουλειά από αυτήν που κάνει κανείς για τους άλλους».
«Είναι το δίχως άλλο μεγάλο προνόμιο να σ’ ακούει κανείς να μιλάς», απάντησε ο μικρούλης Χανς, και κάθισε κάτω σκουπίζοντας το μέτωπό του, «πολύ μεγάλο προνόμιο. Φοβάμαι όμως ότι εγώ ποτέ δε θα ’χω τέτοιες όμορφες ιδέες σαν τις δικές σου».
«Ω, θα σου έρθουν», είπε ο μυλωνάς, «αλλά πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο. Αυτή τη στιγμή, ξέρεις μόνο την πρακτική πλευρά της φιλίας· κάποια μέρα θα μάθεις και τη θεωρία».
«Το πιστεύεις στ’ αλήθεια;», ρώτησε ο μικρούλης Χανς.
«Δεν έχω καμιά αμφιβολία», απάντησε ο μυλωνάς, «μα τώρα που έφτιαξες τη στέγη, καλύτερα να πας στο σπίτι σου να ξεκουραστείς, γιατί αύριο θέλω να πας τα πρόβατά μου στο βουνό».
O καημένος ο μικρούλης Χανς φοβήθηκε να φέρει αντίρρηση, και νωρίς το άλλο πρωί, ο μυλωνάς έφερε τα πρόβατα στο σπίτι του κι ο Χανς τα πήρε και ξεκίνησε για το βουνό. Του πήρε όλη τη μέρα να φτάσει εκεί και να γυρίσει· κι όταν γύρισε, ήταν τόσο κουρασμένος, που τον πήρε ο ύπνος στην καρέκλα του και δεν ξύπνησε παρά μονάχα όταν ξημέρωσε για τα καλά.
«Τι όμορφα που θα τα περάσω στον κήπο μου!», είπε και στρώθηκε αμέσως στη δουλειά.
Όμως ποτέ δεν κατάφερνε να φροντίσει τα λουλούδια του, γιατί ο φίλος του ο μυλωνάς ερχόταν συνέχεια και τον έστελνε σε μακρινά θελήματα ή τον έβαζε να δουλεύει στο μύλο. Το μικρούλη Χανς καμιά φορά τον έπιανε απελπισία, γιατί φοβόταν μήπως νομίσουν τα λουλούδια του πως τα ’χε ξεχάσει, αλλά παρηγοριόταν με τη σκέψη ότι ο μυλωνάς ήταν ο καλύτερός του φίλος. «Εξάλλου», έλεγε, «θα μου χαρίσει το καροτσάκι του, κι αυτό είναι πράξη γνήσιας γενναιοδωρίας».
Κι έτσι, ο μικρούλης Χανς δούλευε για το μυλωνά, κι ο μυλωνάς έλεγε ένα σωρό ωραία πράγματα για τη φιλία, που ο Χανς σημείωνε σ’ ένα τετράδιο και τα ξαναδιάβαζε το βράδυ, γιατί ήταν πολύ καλός μαθητής.
Ένα βράδυ, λοιπόν, που ο μικρούλης Χανς καθόταν κοντά στο τζάκι του, άκουσε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Η νύχτα ήταν άγρια κι ο άνεμος λυσσομανούσε έξω απ’ το σπίτι, τόσο τρομερά, που νόμιζε στην αρχή ότι ήταν απλώς η καταιγίδα. Ακολούθησε όμως ένα δεύτερο χτύπημα κι έπειτα ένα τρίτο, ακόμη πιο δυνατό.
«Θα ’ναι κανένας φτωχός ταξιδιώτης», μονολόγησε ο μικρούλης Χανς, κι έτρεξε στην πόρτα.
Ήταν ο μυλωνάς μ’ ένα φανάρι στο ένα χέρι και μια μεγάλη μαγκούρα στο άλλο.
«Αγαπημένε μικρούλη Χανς», φώναξε ο μυλωνάς, «έπαθα μεγάλη συμφορά. O μικρός μου γιος έπεσε απ' τη σκάλα και χτύπησε και πάω να φέρω το γιατρό. Αλλά μένει πολύ μακριά κι έχει τέτοια κακοκαιρία, που σκέφτηκα πως θα 'ταν προτιμότερο να πας εσύ αντί για μένα. Ξέρεις ότι θα σου δώσω το καροτσάκι μου, είναι λοιπόν δίκαιο να κάνεις κι εσύ κάτι για μένα για να μου το ανταποδώσεις». 

img10_11
Πολυχρόνης Λεμπέσης, Tο παιδί με τα κουνέλια

«Φυσικά», φώναξε ο μικρούλης Χανς, «το θεωρώ μεγάλη μου τιμή που με σκέφτηκες και θα ξεκινήσω αμέσως. Πρέπει όμως να μου δανείσεις το φανάρι σου, γιατί η νύχτα είναι τόσο σκοτεινή, που φοβάμαι μην πέσω σε κανένα χαντάκι».
«Λυπάμαι πολύ», απάντησε ο μυλωνάς, «αλλά είναι το καινούριο μου φανάρι, και θα ’ταν μεγάλη απώλεια για μένα αν πάθαινε τίποτα».
«Ε, δεν πειράζει, κάνω και χωρίς αυτό», απάντησε ο μικρούλης Χανς, ξεκρέμασε το βαρύ γούνινο παλτό του και το ζεστό κόκκινο σκούφο του, έδεσε ένα κασκόλ γύρω απ’ το λαιμό του και ξεκίνησε.
Τι φοβερή καταιγίδα ήταν αυτή! Κι ήταν τόσο πηχτό το σκοτάδι, που ο μικρούλης Χανς δεν έβλεπε τίποτα, και φύσαγε τόσο δυνατά ο άνεμος, που με δυσκολία στεκότανε στα πόδια του. Ωστόσο, φάνηκε πολύ γενναίος, και έπειτα από τρεις ώρες δρόμο, έφτασε στο σπίτι του γιατρού και χτύπησε την πόρτα.
«Ποιος είναι;», φώναξε ο γιατρός, βγάζοντας το κεφάλι του απ’ το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του.
«O μικρούλης Χανς, γιατρέ».
«Τι θέλεις, μικρούλη Χανς;»
«O γιος του μυλωνά έπεσε από μια σκάλα και χτύπησε, κι ο μυλωνάς θέλει να πάτε αμέσως».
«Εντάξει!», είπε ο γιατρός· διέταξε να ετοιμάσουν το άλογό του, τις μπότες του και το φανάρι του, κατέβηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του μυλωνά, ενώ ο μικρούλης Χανς τον ακολουθούσε σκουντουφλώντας.
Όμως η θύελλα δυνάμωνε ολοένα, η βροχή έπεφτε καταρράκτης κι ο μικρούλης Χανς δεν έβλεπε πού πήγαινε και δεν προλάβαινε το άλογο. Στο τέλος, έχασε το δρόμο του και ξεστράτισε στο ρεικότοπο που ήταν ένα πολύ επικίνδυνο μέρος, γιατί ήταν γεμάτο βαθιές τρύπες, κι εκεί ο μικρούλης Χανς πνίγηκε. Κάτι γιδοβοσκοί βρήκαν την άλλη μέρα το πτώμα του να πλέει σ’ ένα νερόλακκο και το μετέφεραν στο σπίτι του.
Όλοι πήγαν στην κηδεία του μικρούλη Χανς, γιατί τον αγαπούσανε πολύ, και πιο λυπημένος απ’ όλους ήταν ο μυλωνάς.
«Μια και ήμουν ο καλύτερός του φίλος», είπε ο μυλωνάς, «το σωστό είναι να έχω εγώ την πρώτη θέση». Κι έτσι, προχωρούσε πρώτος στην πομπή, τυλιγμένος μες στο μακρύ μαύρο παλτό του, και κάθε τόσο σφούγγιζε τα μάτια του μ’ ένα μεγάλο μαντίλι.
«O θάνατος του μικρούλη Χανς είναι πραγματικά μεγάλη απώλεια για όλους», είπε ο σιδεράς, όταν τέλειωσε η κηδεία και είχαν βολευτεί στο πανδοχείο, πίνοντας κρασί με κανέλα και τρώγοντας γλυκό.
«Μεγάλη απώλεια και για μένα», πρόσθεσε ο μυλωνάς· «ξέρετε, του είχα δώσει σχεδόν το καροτσάκι μου και τώρα δεν ξέρω τι να το κάνω. Πιάνει τόπο στο σπίτι κι είναι σε τόσο κακή κατάσταση, που και να το πουλήσω δε θα πιάσω φράγκο. Δεν ξαναχαρίζω τίποτε άλλη φορά. Παραείναι βαρύ το τίμημα της γενναιοδωρίας». 

Ό. Γουάιλντ, Εννέα μαγικά παραμύθια, μτφρ. Ρένα Χατχούτ, Γράμματα


*ανιδιοτέλεια: έλλειψη προσωπικού συμφέροντος, αφιλοκέρδεια *πρίμουλες: είδος λουλουδιών, γνωστών στη γλώσσα του λαού ως παναγίτσες ή δρακάκια *πάστορας: προτεστάντης ιερέας *τρίπατο: τριώροφο *νωθρούς: οκνηρούς, τεμπέληδες *απερίφραστα: με ευθύτητα, έξω από τα δόντια *ρεικότοπος: τόπος γεμάτος ρείκια *πανδοχείο: χάνι, είδος λαϊκού ξενοδοχείου

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Η μωβ πεταλούδα



Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά πολλά χρόνια, κάπου σε ένα μεγάλο, καταπράσινο, ολάνθιστο κάμπο, γεννήθηκε μια πανέμορφη, μονόχρωμη, μωβ πεταλούδα.
            Η αλήθεια είναι πως το λαμπερό χρώμα της ήταν τόσο εκτυφλωτικό και «ζωντανό», που σε έκανε να τη προσέχεις από μακριά και να μη μπορείς να ξεκολλήσεις εύκολα το βλέμμα σου από πάνω της.
            Ήταν τόσο επιβλητική μα και τόσο γαλήνια συνάμα.
            Οι γονείς της την αγάπησαν πάρα πολύ από τη πρώτη στιγμή που την αντίκρισαν για δυο κυρίως λόγους.
            Ο πρώτος λόγος φυσικά ήταν επειδή ήταν καρπός του έρωτά τους και ο δεύτερος ήταν η μοναδικότητά της.
Εκείνη η μοναδικότητα που την έκανε ξεχωριστή στα μάτια αλλά και στην καρδιά τους.
            Η αλήθεια είναι πως φαινομενικά τουλάχιστον δε διέφερε από τις άλλες πεταλούδες, μα αν κάποιος τη παρατηρούσε πιο προσεκτικά, θα διαπίστωνε πως πράγματι το μωβ, λαμπερό χρώμα της την έκανε ιδιαίτερα ξεχωριστή και μοναδική συνάμα.
            Καμία άλλη πεταλούδα σε όλο το ντουνιά δε διέθετε αυτό το υπέροχο φωτεινό χρώμα και παρόλο που δεν είχε πολύχρωμα φτερά όπως συνηθίζουν να έχουν τις περισσότερες φορές οι πεταλούδες, κανένας δε την έκανε να αισθανθεί διαφορετική από τις υπόλοιπες.
            Οι γονείς της την ονόμασαν Μωβένια, λόγω του χρώματός της και στιγμή δε σταμάτησαν να της δείχνουν την αγάπη μα και το θαυμασμό που έτρεφαν για εκείνη.
            Η Μωβένια καθώς μεγάλωνε ομόρφαινε και έλαμπε ολοένα και περισσότερο, κάνοντας τα υπόλοιπα ζώα μα και τους ανθρώπους που την έβλεπαν να της χαμογελούν ως ένδειξη αγάπης και θαυμασμού.
            Ήταν πολύ τυχερή μιας και που οι γονείς της και γενικά όλη της η οικογένεια την αγαπούσαν πολύ και φρόντιζαν να της το δείχνουν με κάθε δυνατό τρόπο.
            Ένα ανοιξιάτικο, ηλιόλουστο, μεσημέρι καθώς επέστρεφε από τη βόλτα της στο κέντρο της πόλης κάθισε επάνω σε ένα μεγάλο καμαρωτό, άσπρο, άγριο τριαντάφυλλο που στόλιζε ένα καταπράσινο λιβάδι, για να ξεκουραστεί.
            Εκείνη τη στιγμή μια μεγαλύτερη, πορτοκαλί με κίτρινες βούλες πεταλούδα που έτυχε να περνάει βιαστικά από το λιβάδι, κοντοστάθηκε απέναντί της, τη κοίταξε με θαυμασμό  και αφού κάθισε δίπλα της επάνω στο άσπρο τριαντάφυλλο, της είπε ευγενικά:
-         Είσαι πανέμορφη! Σε είδα από μακριά και πραγματικά δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από επάνω σου!
-         Σ' ευχαριστώ! Αποκρίθηκε γλυκά κουνώντας «τσαχπίνικα» τα φτερά της.
-         Πώς σε λένε; Τη ρώτησε κάπως διστακτικά μα και τρυφερά συνάμα.
-         Μωβένια! Εσένα; Απάντησε με χάρη.
-         Άλκηστη. Ακούστηκε η γλυκιά φωνή της.
-         Άλκηστη; Περίεργο όνομα έχεις για πεταλούδα. Τόνισε κοιτάζοντάς την καχύποπτα.
-         Με ονόμασε έτσι η καλύτερη μου φίλη, η Άννα. Μου έδωσε αυτό το όνομα για να της θυμίζω τη πολυαγαπημένη της γιαγιά που έχασε πριν από δύο μήνες.
-         Άννα; Κι αυτό είναι περίεργο όνομα για πεταλούδα. Διαπίστωσε προβληματισμένα.
-         Μα η Άννα δεν είναι πεταλούδα! Η Άννα είναι άνθρωπος! Απάντησε με θαυμασμό και η φωνή της «μαρτυρούσε» αγάπη και λατρεία για αυτό το όνομα.
-         Άνθρωπος; Ρώτησε γεμάτη έκπληξη.
-         Ναι άνθρωπος! Απάντησε με υπερηφάνεια.
-         Και τί δουλειά έχεις εσύ με τους ανθρώπους; Δε σου έχουν πει να μη τους πλησιάζεις; Γίνονται επικίνδυνοι κάποιες φορές! Καλό είναι πετάμε ανάμεσά τους αλλά όχι υπερβολικά κοντά τους! Συμβούλεψε με ύφος προστατευτικό και επιτακτικό συνάμα.
-         Η Άννα είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος! Είναι ένα πανέμορφο 11χρονο μελαχρινό κοριτσάκι με καρδιά αγγέλου! Με αγαπάει και την αγαπάω πάρα πολύ! Είμαστε φίλες εδώ και ενάμιση μήνα! Βέβαια στην αρχή δε μπορούσαμε να συνεννοηθούμε εύκολα λόγω της διαφορετικότητάς μας στη γλώσσα που ομιλεί η καθεμία μας αλλά στη συνέχεια μπορέσαμε να συνεννοηθούμε μέσω των πράξεών μας, ακούγοντας τη φωνή της καρδιάς μας. Ήταν λίγο δύσκολο στην αρχή αλλά τα καταφέραμε και τώρα συνεννοούμαστε πλήρως! Τόνισε ευτυχισμένη και καμαρωτή, αναπολώντας με το βλέμμα στιγμές ανέμελης χαράς και ευτυχίας.
-         Δε καταλαβαίνω. Είπε η Μωβένια κουνώντας το κεφάλι δύσπιστα.
-         Κάποια στιγμή θα καταλάβεις! Θα έρθει και για σένα η στιγμή που θα βρεις κατά κάποιο τρόπο τον δικό σου άνθρωπο!
-         Πάλι δε καταλαβαίνω.. Συνέχισε κουνώντας καχύποπτα τα όμορφα φτερά της.
-         Μωβένια μου πρέπει να φύγω γιατί η Άννα με περιμένει στη παιδική χαρά και έχω ήδη αργήσει. Δε θέλω να τη στεναχωρήσω γιατί ξέρεις. στεναχωριέται όταν αργώ να τη δω. Θα τα ξαναπούμε. Είπε χαμογελώντας γλυκά και ανοίγοντας τα πανέμορφα φτερά της έκανε να φύγει.
-         Στάσου! Πού πας; Δε μου μίλησες για τη γνωριμία σου με τους ανθρώπους! Δε μου είπες το τρόπο που θα καταφέρω να βρω και εγώ μια φίλη ή ένα φίλο ανάμεσά τους! Τόνισε παραπονεμένα!
-         Ότι και να σου πω δεν έχει σημασία! Σημασία έχει ότι ανάμεσα στους ανθρώπους θα βρεις και εσύ τη δική σου φίλη! Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως θα τη βρεις μονάχα αν πιστέψεις πως υπάρχει! Ακούστηκε η τρυφερή ηχώ της φωνή της καθώς απομακρυνόταν από κοντά της. 
Τα πολύχρωμα φτερά της Άλκηστης χαθηκαν μέσα στο πράσινο του κάμπου και η Μωβένια με θυμό και απογοήτευση έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό.
-         Φιλία με ανθρώπους; Σαχλαμάρες.! Μονολόγησε δυναμικά.
-         Όχι πως δε θα 'θελα να έχω και εγώ μια φίλη που να μην είναι πεταλούδα, αλλά να. αυτό δε γίνεται! Δε μπορεί να γίνει! Οι πεταλούδες δε μπορεί να κάνουν παρέα με τους ανθρώπους! Μονολόγησε και σκεπτική καθώς ήταν πέταξε μακριά για να επιστρέψει στο σπίτι της.
Βλέπετε της ήταν αδύνατο να πιστέψει πως θα μπορούσε να γίνει φίλη με έναν άνθρωπο. αν και στη πραγματικότητα ήταν κάτι που το ήθελε πολύ!
            Βλέπετε μεγάλωσε ανάμεσα σε πεταλούδες που ναι μεν αγαπούσαν τους ανθρώπους, δε τους εμπιστεύονταν όσο θα έπρεπε όμως.
      Κόντευε να φτάσει στο σπίτι της όταν αντίκρισε τον Σταχτή να τη πλησιάζει με άκρως παιχνιδιάρικη διάθεση.
            «Ωχ! Δεν έχω όρεξη για πεταλουδοδρομίες» σκέφτηκε και άλλαξε κατεύθυνση προσπαθώντας να μην ανταμώσει με την σκούρα πεταλούδα που την πλησίαζε όλο χαρά και ενθουσιασμό.
            - Εεεε Μωβένια, πού πας! Περίμενε, δε με βλέπεις; Θέλω να παίξουμε, μην φεύγεις! Ακούστηκε η γλυκιά, λεπτή φωνή του.
            Τότε η πεταλούδα κατάλαβε πως ηταν αδύνατο να του «κρυφτεί» και έτσι προσγειώθηκε επάνω σε μια κίτρινη μαργαρίτα. 
            Ο Σταχτής τη μιμήθηκε. 
            - Πού είχες πάει; Τη ρώτησε τρυφερά.
            - Μια βόλτα στην πόλη. Απάντησε εκείνη με κουρασμένη διάθεση.
            - Αααα εγω θα πάω το απόγευμα. 
            - Θέλεις να παίξουμε; 
            Η ματιά της Μωβένιας έδειξε πως όχι.
            - Γιατί; Δεν έχεις διάθεση; Έγινε κάτι; Ακούστηκε μια φωνή με έντονο το ενδιαφέρον.
            - Όχι, απλώς κουράστηκα και πεινάω πολύ. Θα με περιμένουν και στο σπίτι για φαγητό. Πρέπει να φύγω! Αποκρίθηκε με φωνή που απέκλειε το παιχνίδι.
            - Καλά, όπως θέλεις! Νωρίς το απόγευμα να ξέρεις πως θα συγκεντρωθούμε πολλές πεταλούδες στον πέρα κάμπο να παίξουμε κρυφτό. Θα ήθελα να έρθεις! Της είπε γλυκά και με μάτια όλο νάζι.
            - Ναι! Ναι! Γιατί όχι; Ξερεις πως μου αρέσει το κρυφτό. 
            - Θα τα πούμε μετα. Φεύγω γιατί πεινάω πολύ.
Ο Σταχτής της χαμογέλασε και έκανε να φύγει όταν η φωνή της τον σταμάτησε.
            - Είχες ποτέ φιλία με τους ανθρώπους; Θέλω να πω. έχεις γνωρίσει κάποιον από αυτούς κάπως πιο στενά από ότι μας επιτρέπετε; Η φωνή της μαρτυρούσε δυσκολία έκφρασης.
            Ο Σταχτής την κοίταξε περίεργα. Δύσπιστα και ακαταλαβίστικα μαζί.
            - Έγινε κάτι; Τη ρώτησε κουνώντας αγχωμένα τα φτερά του.
            - Να... γνώρισα μια πεταλούδα σήμερα που κάνει παρέα με ένα μικρό κορίτσι και έμοιαζε υπερβολικά ευτυχισμένη. Θα ήθελα να νοιώσω έτσι κι εγω.
            - Μακριά από τους ανθρώπους. Μια φορά πλησίασα ένα μικρό αγοράκι που έμοιαζε παιχνιδιάρης σαν εμένα και παραλίγο να με αφήσει χωρίς φτερά.Φρίκη και οργή σχηματίστηκαν στο γλυκό του πρόσωπο.
            Ο φόβος που ένοιωθε στη σκέψη και μονο έκανε τη Μωβένια να ανησυχήσει. Ο Σταχτής κούνησε με καμάρι τα φτερά που ευτυχώς είχε καταφέρει να σώσει και απομακρύνθηκε από κοντά της.
            «Τα λέμε το απόγευμα στον πέρα κάμπο μικρή». Ακούστηκε η φωνή του κάπου στο βάθος.
            Η Μωβένια αναστέναξε και πέταξε βιαστικά για το σπίτι της.
            
            Αφού έφαγε όλο το φαγητό της και βοήθησε τη μητέρα της στις δουλειές του σπιτιού που έπρεπε να γίνουν, βγήκε στην αυλή τους σπιτιού τους και κάθισε κάτω στο χώμα με διάθεση που μαρτυρούσε στεναχώρια και προβληματισμό.
            - Εχεις κάτι μικρή μου; Ακούστηκε η μελωδική φωνή της μαμάς πεταλούδας.
            Η Μωβένια τη κοίταξε και ξεφύσηξε με απογοήτευση.
            - Τί έχεις μικρή μου; Ρώτησε όλο αγωνία και κάθισε κοντά της.
            - Οι πεταλούδες μπορούν να εχουν φίλους ανθρώπους; Μπορούν να κάνουν παρέα μαζί τους ή είναι επικίνδυνοι;
            Η Ίριδα, η μαμά πεταλούδα της χαμογέλασε γλυκά.
            - Αυτό είναι γλυκιά μου; Και ανησύχησα..
            - Φυσικά και μπορούν! Όχι όλες και όχι πάντα αλλά μπορούν!
            - Μπορώ και εγω; Ρώτησε η μικρή με μάτια ορθάνοιχτα από αγωνία για την απάντηση.
            - Μπορείς κόρη μου! Φυσικά και μπορείς! Μόνο οι ξεχωριστές πεταλούδες μπορούν να κάνουν τη σωστή επιλογή και εσύ είσαι μία από αυτές. Όταν έρθει η στιγμή σου θα το καταλάβεις.
            - Τι εννοείς όταν έρθει η στιγμή μου; 
            - Θα καταλάβεις μωρό μου. Της είπε γλυκά και δίνοντας ένα φιλί στο κεφαλάκι της πέταξε μακριά.
            - Εεεε που πάς; Τουλάχιστον πές μου, εσύ είχες ποτέ φιλία με κάποιον απο τους ανθρώπους; Φώναξε με απίστευτη δύναμη και αγωνία.
              - Είχα και εξακολουθώ να έχω! Ακούστηκε μια φωνή που μαρτυρούσε ευτυχία και πληρότητα.
              Η απάντηση αυτή παραξένευσε μα και χαροποίησε συνάμα τη μικρή πεταλούδα. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να απορήσει με την απάντηση της μαμάς της, οπότε επέλεξε να μη κάνει τίποτα από τα δύο μέχρι να ζήσει και εκείνη τη στιγμή που τόσο πολύ ποθούσε.
               Η σκέψη της όμως έμεινε καρφωμενη σε εκεινη τη γλυκιά φράση που είχε ξεστομίσει προ ολίγου η μαμά της.
           «Θα καταλάβεις μωρό μου.» Αντηχούσε η λαλιά της για ώρα στο νου ώσπου αντιλήφθηκε πως αυτό την βασάνιζε περισσσότερο απ' όσο ήθελε και άντεχε.
       «Θα καταλάβω; Πώς θα καταλάβω; Πότε; Τι να εννοούσε άραγε;» Σκέφτηκε προβληματισμένα και μη μπορώντας να βρει απαντήσεις στα ερωτηματικά που κατέκλυζαν το μυαλό της αποφάσισε να εμπιστευτεί τα λόγια της μαμάς της και να περιμένει για εκείνη τη στιγμή που η φύση της θα τη καλούσε να ζήσει.
      Τότε σκέφτηκε πως ο καλύτερος τρόπος για να απασχολήσει το νου της από τις μπερδεμένες σκέψεις ηταν το παιχνίδι και η καλή πεταλουδίστικη παρεούλα.
            - Ώρα για παιχνίδι φώναξε δυνατά και πέταξε με υπερηφάνεια για τον πέρα κάμπο.
  Είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από την ημέρα εκείνη που η Μωβένια ανακάλυψε ότι μπορούσε να υπάρξει φιλία ανάμεσα σε εκείνη και τους ανθρώπους, μα το πάθος της για να τη ζήσει άμεσα την είχε κάνει να απογοητεύεται που ακόμη δεν είχε βρει τον άνθρωπό της.
            Αναστέναξε λυπημένα καθώς προσγειώθηκε επάνω σε ένα κορμό δέντρου που δέσποζε καμαρωτό στην άκρη μιας παιδικής χαρά που σύχναζε συχνά ώστε να έρθει σε επαφή με μικρά παιδιά που αγαπούσε ιδιαίτερα και σκέφτηκε πως μαλλον πρέπει να εγκαταλείψει τις προσπάθειες αναζήτησης φιλίας.
            «Αν είναι να 'ρθει, θα 'ρθει» Θυμήθηκε τη συμβουλή της μητέρας της και παρατήρησε το χώρο που σα ζωγραφιά απλωνόταν μπροστά της.
            Δεκάδες μικροί μπόμπιρες που έπαιζαν χαρούμενοι και αλώνιζαν το χώρο με την ίδια λαχτάρα και χαρά που είχε κι εκείνη όταν αλώνιζε στους πέρα κάμπους..
 Έπιασε τον εαυτό της να χαμογελά γλυκά με τις σκανδαλιές  των μικρών παιδιών και να συγκινείτε βαθιά όταν τους έβλεπε να χώνονται στην αγκαλιά των μαμάδων και των μπαμπάδων τους.
Καθώς επεξεργαζόταν την παιδική χαρά εντόπισε ένα μικρό ξανθό κοριτσάκι με μακριές ξανθές μπούκλες να την κοιτάζουν και να τη δείχνουν με τρόπο που θύμιζε αγκαλιά.
- Αυτή θέλεις; Να στη φέρω; Ρώτησε το μικρό κοριτσάκι μια όμορφη γυναίκα που το συνόδευε. Πιθανόν η μητέρα της.
Του κοριτσάκι κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και η γυναίκα πλησίασε την πεταλούδα.
Η Μωβένια προς στιγμήν σκέφτηκε να πετάξει μακριά αλλά κάτι μέσα της την έπεισε να μείνει.
«Κι αν ηρθε η στιγμή μου;» Σκέφτηκε και έμεινε εκεί.
Ξαφνικά δυο παγωμένα χέρια την έκλεισαν στη χούφτα τους.
Ήταν σκοτεινά και φοβήθηκε. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα είδε το φως του ήλιου και αισθάνθηκε ασφάλεια.
Δυο μικρά χεράκια την έπιασαν στη δική τους χούφτα και δυο γαλανά μάτια την κοίταξαν με θαυμασμό.
- Είναι πανέμορφη! Είπε η μικρή και η Μωβένια καμάρωσε.
- Να τη πάρουμε σπίτι μας. Τη θέλω για κατοικίδιο. Αποκρίθηκε χαρούμενα το μικρό κορίτσι.
- Φοβάμαι πως αυτό δε γίνεται. Είπε η μεγάλη κυρία.
- Μα γιατί μαμά; Τη θέλω! Τη θέλω μαζί μου! Συνέχισε επίμονα το μικρό με τρόπο που μαρτυρούσε αγάπη μεν μα και πείσμα δε.
- Και πού θα τη βάλουμε;
- Σε κλουβί. Είπε η μικρή.
- Αυτό δεν γίνεται βασίλισσά μου. Θα πετάξει από κει.
- Τότε να τη κλείσουμε σε μπουκάλι. Συνέχισε.
- Ούτε αυτό γίνεται. Δεν θα μπορεί να πάρει ανάσα.
- Ναι αλλα εγω τη θέλω. Σκέψου κάτι. Συνέχισε με απογοήτευση και πείσμα μαζί.
Η μητέρα χαμογέλασε στη σκέψη πως η μικρή της επιμένει στους στόχους της αλλα ήξερε πως δε μπορούσε να της κάνει αυτή τη χάρη. Δεν έπρεπε άλλωστε.
- Κορινάκι μου δεν γίνεται. Της είπε χαϊδεύοντας απαλά τα μπουκλωτά μαλλιά της.
- Εεεε συγνώμη εμένα θα με ρωτήσει κανείς τί θέλω; Φώναξε η Μωβένια που από το σοκ που είχε υποστεί σκεπτόμενη πως αν τη πάρουν σπίτι τους, δε θα ξαναδεί τη δική της οικογένεια είχε χάσει τη φωνή και το μυαλό της.
- Αφήστε με να φύγω, δε θέλω να έρθω μαζί σας. Φώναξε με θυμό μα κανείς δεν την άκουσε.
Η μικρή Κορίνα αφού σκέφτηκε καλα τα λόγια της μαμάς της, κούνησε κάπως αδιάφορα το κεφάλι και χάιδεψε τα φτερά της πεταλούδας κάπως εντονα.
- Τι κανείς εκεί μικρή; Σιγά! Είναι ευαίσθητα αυτά, ξέρεις. Είπε δυνατά και σε ένδειξη θυμού κούνησε δυνατά τα φτερά της και πριν το καταλάβει η μικρή Κορίνα την είδε να απομακρύνεται από κοντά της.
- Μαμά έφυγε. Δες πέταξε μακριά. Φώναξε η μικρή δείχνοντας με το χέρι την Μωβένια που σχεδόν είχε εξαφανιστεί από μπροστά τους.
- Ουφ παρατρίχα. Ακούστηκε η λαχανιασμένη φωνή της πεταλούδας που κάθισε να ξεκουραστεί επάνω σε έναν φράχτη ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου.
Ένα δυνατό ταρακούνημα την έκανε να φοβηθεί και μετα να γελάσει.
- Οοοο ωραίο ηταν αυτό, ξαναρίξε τη μπάλα. Είπε σε ένα μικρό αγόρι που έσκυψε μπροστά της να πάρει τη μπάλα που άστοχα έριξε εκτός ένας συμπαίκτης του.
- Εεεε μικρέ, καλός μου φαίνεσαι εσύ, τί λες θες να γινουμε φίλοι; Ο μικρός την κοίταξε για δυο λεπτά, της χαμογέλασε και έφυγε.
- Δεν με ακούει! Κανένας δε με ακούει! Γιατί; Αναρωτήθηκε και  αποκαμωμένη καθώς ηταν  πέταξε για το σπίτι της.
Στο δρόμο που συναντούσε πολλούς ανθρώπους, τους πλησίαζε αρκετά κοντά, πετούσε ανάμεσά τους, τους χαιρετούσε, τους μιλούσε όλο πάθος και ενθουσιασμό μα κανείς δεν της απαντούσε.
Ήταν πασιφανές, την έβλεπαν μα δεν την άκουγαν.
«Ίσως να μην είμαι ξεχωριστή πεταλούδα. Ίσως η μαμά μου να έκανε λάθος». Είπε στον εαυτό της κάνοντας μια μικρή στάση στο προαύλιο μιας μικρής εκκλησίας.
Σχεδόν κρύφτηκε πίσω από τον εξωτερικό της τοίχο και η ματιά της κόλλησε στο απέναντι παγκάκι.
Κάτι εκεί την κέντρισε!
Σε εκείνο το παγκάκι καθόταν ένα μικρό κοριτσάκι, περίπου 5 χρονών μαζί με δυο γυναίκες, πιθανών την μαμά και τη θεία του.
            Για ένα περίεργο λόγο, που ποτέ δε κατάλαβε, δε μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από τη μικρή.
            Προσπάθησε πολλές φορές να πάρει το βλέμμα της από εκεί μα της ήταν αδύνατο!
            Αυτό το όμορφο, μικρό κοριτσάκι, με  το ροζ απαλό φόρεμα που φορούσε και με  το άσπρο μπαλόνι που κρατούσε στο δεξί του χεράκι, της είχε κλέψει κυριολεκτικά τη καρδιά!
            Έκανε να φύγει από το πάρκο μα κατάλαβε πως δε μπορούσε να απομακρυνθεί τόσο εύκολα από εκεί.
            Ήταν σα κάτι να τη καλούσε να επισκεφτεί το κοριτσάκι με το ροζ φόρεμα. Ίσως αυτό το κάλεσμα να προσερχόταν από τη καρδιά της. Ποιός ξέρει.;
« Μα τί έπαθα;» Αναρωτήθηκε κουνώντας το κεφάλι της ανήσυχα και άνοιξε με δυσκολία τα μωβ φτερά της για να πετάξει μακριά.
Δεν έχει πετάξει ούτε λίγα μέτρα μακριά, όταν αποφάσισε να γυρίσει ξανά στο πάρκο και να ξαναδεί αυτή τη μικρή που κυριολεκτικά της είχε πάρει τα μυαλά.
Της ηταν απλώς αδύνατο να φύγει χωρίς να πλησιάσει τη μικρή που ηταν σαν κάτι να τη καλούσε κοντά της. Ίσως οι χτύποι της καρδιάς την να ηταν πλέον ο «οδηγός» της.
Έτσι λοιπόν κάνοντας απότομη αναστροφή πέταξε ξανά για το προαύλιο, φοβούμενη μήπως η μικρή δε βρισκόταν πια εκεί.
Χαμογέλασε γλυκά και ανακουφίστηκε όταν είδε πως το μικρό κοριτσάκι βρισκόταν ακόμα καθισμένο στο παγκάκι συντροφιά με τη μαμά, τη θεία και το μπαλόνι του!
Με ένα μεγάλο σάλτο βρέθηκε επάνω στο άσπρο μπαλόνι της μικρής και κοιτάζοντάς την προσεκτικά της χαμογέλασε έντονα.
Η μικρή  ανταπέδωσε.
Η πεταλούδα πέταξε πιο πέρα και η μικρή γέλασε δείχοντάς την.
Οι δυο γυναίκες κοίταξαν τη μικρή και χαμογέλασαν.
Η πεταλούδα ξαναπήδηξε και η μικρή τέντωσε το χέρι της γελώντας.
Η πεταλούδα επανέλαβε.
Η μικρή κούνησε το μπαλόνι ως ένδειξη χαράς.
Η πεταλούδα άρχισε να χορεύει και η μικρή σηκώθηκε από το παγκάκι πλησιάζοντάς την.
Η πεταλούδα έκανε κωλοτούμπες από χαρά στον αέρα και η μικρή χοροπηδούσε συντροφιά με το μπαλόνι της.
Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν απορημένες μα και ενθουσιασμένες συνάμα.
- Τί κάνουν; Παίζουν; Ρώτησε με ενθουσιώδη περιέργεια η μια γυναίκα την άλλη για να εισπράξει ένα ακαταλαβίστικο χαμόγελο.
- Ουφ ουφ κουράστηκα, κάτσε δυο λεπτά να ξαποστάσω, είπε η πεταλούδα ανάμεσα σε εντονα χαχανητά και λαχανιάσματα.
- Κι εγω κουράστηκα, απάντησε το μικρό κοριτσάκι γελώντας δυνατά.
- Με ακούς; Με ακούς που σου μιλάω; Ρώτησε με ορθάνοιχτα μάτια η Μωβένια.
- Ναιιιιι! Ακούστηκε η γλυκιά της φωνή.
- Είμαι ξεχωριστή πεταλούδα! Είμαι ξεχωριστή πεταλούδα! Ναιιιι! Φώναξε όλο χαρά και έκανε τρεις μεγάλες κωλοτούμπες από τη χαρά της προσφέροντας πολλά χαχανητά στη μικρή.
-         Πώς σε λένε; Ρώτησε τη μικρή καθώς κάθισε να ανασάνει από τις πολλές κωλοτούμπες.
-         Αθηνά! Εσένα; Απάντησε η μικρή.
-         Εμένα με λένε Μωβένια! Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφο κοριτσάκι! Είπε τρυφερά.
-         Ούτε κι εγώ έχω ξαναδεί τόσο όμορφη και λαμπερή πεταλούδα!
-         Είμαι ξεχωριστή! Έτσι μου λένε! Απάντησε καμαρωτά!
-         Κι εμένα το ίδιο μου λένε! Τόνισε περήφανα η μικρή Αθηνά!
-         Έχουμε πολλά κοινά εμείς. Ε; Ρώτησε χαμογελώντας η Μωβένια για να εισπράξει ένα πανέμορφο χαμόγελο από τα χείλη της μικρής.
-         Αθηνά θέλεις να γίνουμε φίλες; Ξέρω πως είναι λίγο περίεργο αυτό που σου ζητάω αλλά θέλω πολύ να γίνουμε φίλες, εαν το θέλεις και εσύ φυσικά! Αποκρίθηκε τρυφερά μα και διστακτικά συνάμα.
-         Φυσικά και θέλω Μωβένια! Απάντησε όλο χαρά και άρχισε να χτυπά παλαμάκια από τον ενθουσιασμό της.
- Γιουπι! Φώναξε η Μωβένια και γεμάτη όρεξη για παιχνίδι σηκώθηκε να συνεχίσει τις κωλοτούμπες της.
Η μικρή Αθηνά χτύπησε τα ποδαράκια της στο έδαφος και γέλασε δυνατά παίζοντας με την πεταλούδα.
- Παίζει με την πεταλούδα! Ναι παίζει με την πεταλούδα, δες! Είπε συγκινημένα η μια γυναίκα στην άλλη.
-         Δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφη πεταλούδα στη ζωή μου! Διαπίστωσε η άλλη γυναίκα.
-         Ούτε κι εγώ! Είναι μοναδική σαν την Αθηνά μας! Ανταπάντησε και ένα γλυκό δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της.
Η άλλη γυναίκα της χαμογέλασε τρυφερά και την ακούμπησε απαλά στον ωμό.
- Νομίζω πως τωρα πια ξέρεις τι ζωγραφιά θα εχει επάνω η τούρτα των γενεθλίων της. Ακούστηκε η φωνή της άλλης γυναίκας και τα χαχανητά της μικρής Αθηνάς τους έκαναν να κοιτάξουν προς το μέρος της και να χαμογελάσουν γλυκά.
Το μικρό κοριτσάκι, με το απαλό ροζ φόρεμα, στροβιλίζονταν σαν «όνειρο» αγκαλιά με το λευκό του μπαλόνι, στο οποίο πλέον καθόταν μια όμορφη, λαμπερή, μωβ πεταλούδα!
 
ΠΗΓΗ: Από το μπλογκ της "ΕΚΦΡΑΣΟΥ". 

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ο μικρός κάστορας και η ηχώ

O μικρός κάστορας ζούσε ολομόναχος στην άκρη της μεγάλης λίμνης. Δεν είχε αδελφούς.
 Δεν είχε αδελφές. Και το χειρότερο απ' όλα δεν είχε ούτε φίλους. Μια μέρα, την ώρα που καθόταν στην άκρη της λίμνης, άρχισε να κλαίει. Έκλαιγε πολύ δυνατά. Και μετά δυνατότερα. Ξαφνικά άκουσε κάτι παράξενο. Στην άλλη άκρη της λίμνης κάποιος άλλος έκλαιγε μαζί του. Ο μικρός κάστορας σταμάτησε να κλαίει, για να ακούσει. Αμέσως σταμάτησε να κλαίει και ο άλλος. Ο μικρός κάστορας ήταν πάλι μόνος του.


«Μπουχ, χουχ, χουου», έκανε.

«Μπουχ, χου, χουου», έκανε και η φωνή, στην απέναντι πλευρά της λίμνης.

[…] Ο μικρός κάστορας σταμάτησε να κλαίει.

«Γεια σου!», φώναξε.

«Γεια σου!» φώναξε και η φωνή, από την απέναντι πλευρά της λίμνης.

Ο μικρός κάστορας σκέφτηκε για ένα λεπτό.

«Είμαι μόνος μου», είπε. «Χρειάζομαι ένα φίλο».

«Είμαι μόνος μου», είπε η φωνή από την απέναντι πλευρά της λίμνης. «Χρειάζομαι ένα φίλο».

Ο μικρός κάστορας, δεν μπορούσε να το πιστέψει. Στην άλλη άκρη της λίμνης, ζούσε και κάποιος άλλος, που ήταν θλιμμένος και χρειαζόταν ένα φίλο. Πήγε γρήγορα στη βάρκα και ξεκίνησε για να τον βρει. Η λίμνη ήταν πολύ μεγάλη. Κωπηλατούσε και κωπηλατούσε συνέχεια. Κάποτε είδε μια μικρή πάπια, που έκανε κύκλους κολυμπώντας.

«Ψάχνω κάποιον που χρειάζεται ένα φίλο», είπε ο μικρός κάστορας. «Εσύ ήσουν που έκλαιγες;»

«Πραγματικά χρειάζομαι ένα φίλο», είπε η πάπια. «Μα δεν έκλαιγα εγώ».

«Θα γίνω εγώ φίλος σου», είπε ο μικρός κάστορας. «Έλα μαζί μου».

Έτσι η πάπια πήδηξε μέσα στη βάρκα.

Κωπηλατούσαν και κωπηλατούσαν συνέχεια. Κάποτε είδαν μια μικρή ενυδρίδα* που γλιστρούσε ολομόναχη πάνω κάτω στην όχθη.

«Ψάχνουμε κάποιον που χρειάζεται ένα φίλο», είπε ο μικρός κάστορας. «Εσύ ήσουν που έκλαιγες;»

«Πραγματικά χρειάζομαι ένα φίλο», είπε η ενυδρίδα.

«Μα δεν έκλαιγα εγώ».

«Θα γίνουμε εμείς φίλοι σου», είπαν ο μικρός κάστορας και η πάπια.


«Έλα μαζί μας».

Έτσι η ενυδρίδα πήδηξε μέσα στη βάρκα.

Κωπηλατούσαν και κωπηλατούσαν συνέχεια. Κάποτε είδαν μια μικρή χελώνα, που λιάζονταν ολομόναχη πάνω σε ένα βράχο.

«Ψάχνουμε κάποιον που χρειάζεται ένα φίλο», είπε ο μικρός κάστορας. «Εσύ ήσουν που έκλαιγες;»

«Πραγματικά χρειάζομαι ένα φίλο», είπε η χελώνα. «Μα δεν έκλαιγα εγώ».

«Θα γίνουμε εμείς φίλοι σου», είπαν ο μικρός κάστορας, η πάπια και η ενυδρίδα. «Έλα μαζί μας».

Έτσι η χελώνα πήδηξε μέσα στη βάρκα και κωπηλατούσαν και κωπη­λατούσαν, μέχρι που έφτασαν στην άκρη της λίμνης. Εκεί ζούσε ολομό­ναχος, ένας σοφός γερο-κάστορας σε ένα σπίτι από λάσπη. Ο μικρός κάστορας τού είπε πως κωπηλάτησαν σε όλη τη λίμνη, για να βρουν ποιος έκλαιγε.

«Δεν ήταν η πάπια», είπε. «Δεν ήταν η ενυδρίδα, μα ούτε και η χελώνα. Ποιος ήταν άραγε;»

«Ήταν η ηχώ», είπε ο σοφός γερο-κάστορας.

«Και πού μένει;» ρώτησε ο μικρός κάστορας.

«Στην άλλη άκρη της λίμνης», είπε ο σοφός γερο-κάστορας. «Όπου και αν βρίσκεσαι, η ηχώ, είναι πάντοτε στην απέναντι πλευρά της λίμνης».

«Μα γιατί κλαίει;» ρώτησε ο μικρός κάστορας.

«Όταν εσύ είσαι θλιμμένος, είναι θλιμμένη και η ηχώ», είπε ο γερο-κάστορας. «Όταν είσαι ευτυχισμένος, είναι ευτυχισμένη και η ηχώ».

«Μα πώς μπορώ να τη βρω και να γίνω φίλος της;» ρώτησε ο μικρός κάστορας. «Δεν έχει κανένα φίλο, όπως εγώ».

«Έχεις εμένα», είπε η πάπια.

«Και εμένα», είπε η ενυδρίδα.

«Και μένα», είπε η χελώνα.

Ο μικρός κάστορας τα' χασε. «Ναι», είπε, «έχω πολλούς φίλους τώρα!»

Και ήταν τόσο ευτυχισμένος, που είπε ξανά πολύ δυνατά: «Έχω πολλούς φίλους τώρα!»

Από την άλλη άκρη της λίμνης, μια φωνή του απάντησε: «Έχω πολλούς φίλους τώρα!»

«Βλέπεις;» είπε ο σοφός γερο-κάστορας. «Όταν είσαι ευτυχισμένος, είναι ευτυχισμένη και η ηχώ. Όταν έχεις φίλους, έχει φίλους κι αυτή».

« Ζήτω!», φώναξε δυνατά, απαντώντας τους: «Ζήτω!»

Άμυ Μακ Ντόναλντ

* ενυδρίδα: μικρόσωμο ζώο που ζει στα ποτάμια και τις λίμνες

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα ...

Μεσάνυχτα... Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ' άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιες ζωγραφιές.
Αστέρια πολλά. Μυριάδες αστέρια. Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα. Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα.
 Το πρώτο το 'λεγαν Αυγερινό, τα' άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που 'χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ' όλα τ' άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το 'λεγαν «Καμάρι τ' Ουρανού».
Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ' απλόχωρα ουράνια χαρωπές. Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ' Ουρανού με τ' αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει. Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ' άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει.
 Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας.
 - Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή.
- Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός.
 Μα το 'χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ' Ουρανού. Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ' ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες.
 Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ' ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα. Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ' Ουρανού στη Γή!


Όταν συνήλθε απ' την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του. Είχε βυθιστεί σ' ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του.


 Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες.
 - Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη.
 - Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ;
 - Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί;
 - Όχι. Από πού έπεσες εδώ;
 - Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν' αναστηθώ, εδώ, σ' ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω...


 Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό.
 Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ' αργοθρόισμα ακουγόταν.
 Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της: Έψαχνες να με βρείς;
 Έτσι θαρρώ!
 Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της. Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν.
 Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που 'γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ' τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη.
 Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, με ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους.
 Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα. Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ' το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι.
 Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα' ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει! Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη... Βαθιά την αγαπούσε.
 Κι εκείνη το ίδιο άραγε;
Αν καμωνόταν;
 Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε;
 Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν;
 Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της;
 Πως θα σιγουρευόταν;
 Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; Πως;
Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο.
 - Μ' αγαπά, μουρμούρισε όπως τ' άφηνε να πέσει.
 Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα.
 - Δεν μ' αγαπά, ψέλλισε βραχνά.
 - Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία.
 Μα μες στη μέθη του τα' αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να 'ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία.
 - Μ' αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο.
 - Δε μ' αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό.
 Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα.
 - Γιατί; ψιθύριζε τ' άδολο ανθάκι λαβωμένο.
 Μα τ' αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο.
 - Μ' αγαπά!
 - Δε μ' αγαπά!
 Πονούσε η μαργαρίτα. Πονούσε πολύ. Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή. Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ' αστέρι.
 - Μ' αγαπά! φώναξε χαρούμενο.
 Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω. Σταμάτησε, σκέφτηκε.



 Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά. Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω. Ύστερα, τίποτ' άλλο πια. Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά.
Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει. Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν' ανασαίνει χρυσαφένιο φως. Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός.
 Άδικα τ' αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ' Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί;
 Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ' της ανατολής τ' ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ' απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα...

(Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα ... Tου Ευγένιου Τριβιζά)